Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Αμίν Νταντά

Ο εφοπλιστής Γ. Καραγιώργης αγόρασε το αυτοκίνητο του Π. Καμμένου


  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
Ο εφοπλιστής Γ. Καραγιώργης φέρεται να είναι ο αγοραστής του αυτοκινήτου που πούλησε αντί 100.000 ευρώ ο Πρόεδρος των ΑΝΕΛ, Πάνος Καμμένος, σύμφωνα με ρεπορτάζ του ΣΚΑΪ.
Όπως μετέδωσε ο ΣΚΑΪ, πρόκειται για λιμουζίνα του αιμοσταγούς δικτάτορα της Ουγκάντα Αμίν Νταντά. Σύμφωνα με το κανάλι, το αυτοκίνητο το αγόρασε ο εφοπλιστής Γιάννης Καραγεώργης, γνωστός για την πρόσφατη σύλληψη του αλλά και για τη απόπειρα εμπλοκής του με τα ΜΜΕ.
Ειδικότερα, στο τελευταίο πόθεν έσχες του υπουργού Άμυνας φαίνεται η πώληση Ι.Χ. 5.547 κ.ε. χρονολογίας του 1978 προς 100.000 ευρώ. Αντίστοιχα αυτοκίνητα πουλιούνται σήμερα προς 5.000 και 10.000 ευρώ, το συγκεκριμένο όμως έχει συλλεκτική αξία καθώς ανήκε στον πρώην δικτάτορα της Ουγκάντας.
Η βαριά θωρακισμένη Mercedes πέρασε στην κατοχή του Π. Καμμένου το 1995. Ο ΣΚΑΪ αποκαλύπτει πως ο Π. Καμμένος μεταβίβασε την Mercedes στις 31/12/2015. Πουλήθηκε στην εταιρεία Times Navigation. Η εν λόγω ναυτιλιακή ανήκει στον εφοπλιστή Γιάννη Καραγεώργη που συνελήφθη τον Οκτώβριο του 2016 από τις ολλανδικές αρχές για πλαστογραφία και δόλια πτώχευση με τον ίδιο να αντικρούει τις κατηγορίες στα δικαστήρια.
Σύμφωνα με πληροφορίες του ΣΚΑΪ ο εφοπλιστής πούλησε στη συνέχεια το αμάξι σε συλλέκτη από την Αγγλία.
http://www.capital.gr/




Μηχανή του Χρόνου: Αμίν Νταντά. Ο "χασάπης" δικτάτορας της Ουγκάντα, που έτρωγε τα θύματά του


Adtech Ad

Τον έχουν αποκαλέσει και Χίτλερ της Αφρικής.
Ο πρώην πρωταθλητής μποξ και αργότερα υψηλόβαθμος στρατιωτικός Αμίν Νταντά, κατέλαβε με τη βία την εξουσία το 1971, από τον πρόεδρο Απόλο Μίλτον Ομπότε, γράφοντας μια από τις πιο αισχρές σελίδες στην ιστορία της χώρας.
Στη διάρκεια των 8 ετών που κυβέρνησε, μπήκαν στο στόχαστρό του όλοι οι πολίτες της χώρας.
Περισσότεροι από 300 χιλιάδες εκτελέστηκαν και 70 χιλιάδες απελάθηκαν με κριτήρια «πολιτικά», «νομικά» και κυρίως ρατσιστικά.


Ανθρωποφάγος;
Εκτός όλων των άλλων, παραμένει αδιευκρίνιστη η φήμη περί ανθρωποφαγίας, που τον συνόδευε.
Γινόταν λόγος για τη μανία του Αμίν να τρώει το συκώτι των θυμάτων του, πεπεισμένος ότι έτσι θα εμπόδιζε το πνεύμα τους να επιστρέψει για να ζητήσει εκδίκηση.
Ο δικτάτορας πίστευε με κλειστά τα μάτια, κάθε δοξασία που έβγαινε από το στόμα των μάγων που είχε στην υπηρεσία του.
Λέγεται μάλιστα ότι κρατούσε στο ψυγείο του σπιτιού του τα κεφάλια μερικών από τους εχθρούς του, στα οποία πολλές φορές απευθυνόταν σαν να κουβέντιαζε.

Βασανιστής
Του άρεσε να μαστιγώνει τους εχθρούς του με μαστίγιο από δέρμα ιπποπόταμου, ή να προτείνει σε έναν μελλοθάνατο να τον ικετεύει για την επιείκειά του, προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεση.
Οι καταδικασμένοι έκλαιγαν, βογκούσαν και σέρνονταν μπροστά στον Αμίν, όμως στο τέλος κατέληγαν στην αγχόνη.
Του άρεσε να ταπεινώνει τους ανθρώπους.
Κάποτε υποχρέωσε μισή ντουζίνα δυτικούς επιχειρηματίες να τον μεταφέρουν επάνω σε φορητό κάθισμα, στη διάρκεια μιας γιορτής.
Στη συνέχεια έδωσε τις φωτογραφίες στη δημοσιότητα, για να αποδείξει «την υποταγή των λευκών στον Ιντι Αμίν Νταντά».

Για τα εγκλήματα που διέπραξε, δεν πλήρωσε ποτέ. Πέθανε σε ηλικία 78 ετών στον ύπνο του.
Τα έργα και οι ημέρες του δικτάτορα
Αμέσως μετά το επιτυχημένο πραξικόπημα, το πρώτο πράγμα που έκανε ο Αμιν Νταντά, ήταν να αλλάξει τον τίτλο του.
Πλέον έπρεπε να τον προσφωνούν ως «Εξοχότατος Πρόεδρος Αιωνίως, Στρατάρχης Αλ Χατζί Ντόκτορ Ίντι Αμίν, VC – DCO – MC (παράσημα), Άρχοντας των Θηρίων της Γης και των Ψαριών της Θάλασσας και Κατακτητής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας Γενικώς και Ειδικώς για την Ουγκάντα».
Παράλληλα, προχώρησε σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στον στρατό, στις υπηρεσίες ασφαλείας και στον δημόσιο τομέα, προκειμένου να εκμηδενίσει οποιαδήποτε κίνηση ανατροπής του. Οι άνθρωποι που στήριζαν τον εξόριστο πρόεδρο, εξαφανίστηκαν.
Τη θέση τους πήραν άτομα του περιβάλλοντος Νταντά, τα οποία αν και αγράμματα στην πλειοψηφία τους, ανέβηκαν σε υπουργικές και άλλες υψηλές καρέκλες.
Εξάλλου, δεν είχε σημασία, καθώς τις αποφάσεις τις έπαιρνε μόνο ο δικτάτορας και το Πολεμικό Συμβούλιο που είχε δημιουργήσει και φυσικά ήταν πρόεδρος.

Οι στρατιωτικοί νόμοι υπερίσχυαν του Συντάγματος και η Προεδρική Κατοικία της Καμπάλα μετονομάστηκε σε Κέντρο Διοίκησης.
Κατάργησε τις Μυστικές Υπηρεσίες και τα στελέχη τους και έφτιαξε το Κρατικό Γραφείο Ερευνών, σε ένα προάστιο της πρωτεύουσας.
Εκεί, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες της Ουγκάντα έζησαν φρικιαστικά βασανιστήρια και πολλοί εκτελέστηκαν.
Από τις πρώτες πληθυσμιακές ομάδες που εκκαθάρισε, ήταν οι φυλές Λάνγκο και Ατσόλι.
Η αρχή έγινε με όσους υπηρετούσαν στην κυβέρνηση και στο στράτευμα και αργότερα επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα.
Μετανάστες, θρησκευτικοί ηγέτες, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, δικαστές, δικηγόροι, φοιτητές, διανοούμενοι, αλλοδαποί και άλλοι, έχασαν τη ζωή τους, εξαιτίας του μακελάρη.
Οι κατηγορίες εναντίον τους ήταν από ψευδείς ως ανύπαρκτες και τα πτώματα γέμιζαν καθημερινά το ποτάμι του Νείλου, όπου τα πετούσαν.

Οικονομικός πόλεμος και ρατσιστικές απελάσεις
Το 1972, κήρυξε οικονομικό πόλεμο στους Ασιάτες της Ουγκάντα.
Παρά το γεγονός ότι είχαν εγκατασταθεί πριν από πολλές δεκαετίες στη χώρα και είχαν αφομοιωθεί από την κοινωνία, θεωρήθηκαν ξένοι που εκμεταλλεύονταν τον ιδρώτα του λαού.
Οι Ασιάτες όμως αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του εμπορίου.
Ινδοί και Πακιστανοί έχασαν τις επιχειρήσεις και τις περιουσίες τους, οι οποίες με συνοπτικές διαδικασίες δημεύτηκαν.
Μέσα σε 90 ημέρες, κάπου 70.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ουγκάντα, αφήνοντας πίσω τους όλα τους τα υπάρχοντα. Το μόνο που τους επετράπη, ήταν να πάρουν 100 δολάρια.
Τα καταστήματα και τα εργοστάσια δόθηκαν από τον Νταντά σε δικούς του ανθρώπους, που κατάφεραν μέσα σε λίγες ημέρες να τα κλείσουν οριστικά.
Το ίδιο έκανε και με 85 βρετανικές επιχειρήσεις, διακόπτοντας οριστικά τις διπλωματικές σχέσεις με την Αγγλία.
Η οικονομία της Ουγκάντας, που εκείνη την εποχή ήταν πολλά υποσχόμενη, κατέρρευσε.
Στην κοινωνία, επικρατούσε ένα ανεπανάληπτο αλαλούμ.
Ο Νταντά υποσχόταν λαγούς με πετραχήλια, ενώ οι υπηρεσίες του κράτους υπολειτουργούσαν και δεν υπήρχαν λεφτά.
Όσο για την αρχική του δέσμευση, ότι θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές, όταν θα ομαλοποιούνταν η κατάσταση, δεν υπήρχε πλέον ούτε σαν ανάμνηση.
Στον στρατό, όποιος ήθελε έδινε προαγωγή στον εαυτό του και το ίδιο ίσχυε και στον δημόσιο τομέα.
Έτσι, με διάφορα ονομαστικά αξιώματα, καταληστευόταν το βιος των ανθρώπων.
Η καθημερινότητα περιελάμβανε σταθερά βιασμούς, βασανιστήρια, εξαφανίσεις, ακρωτηριασμούς, εκτελέσεις, εκβιασμούς, διωγμούς, αίμα.

Το παραλήρημα του παρανοϊκού δικτάτορα είχε μόλις αρχίσει.
Η διεθνής κοινότητα, παρά τις καταγγελίες, δεν έδινε καμία σημασία και ο Αμίν Νταντά σκότωνε ανεξέλεγκτα, χωρίς να φοβάται κανέναν και τίποτα.
Παρά ταύτα, το 1975 κατάφερε να εκλεγεί πρόεδρος του Οργανισμού Αφρικανικής Ένωσης. Πλέον μιλούσε δημόσια εναντίον του Ισραήλ, εκτοξεύοντας απειλές και συμμαχούσε με τον Καντάφι για την προμήθεια όπλων. Εμφανιζόταν ως υπέρμαχος των Παλαιστινίων, στους οποίους προσέφερε για αρχηγείο τους την πρεσβεία των Ισραηλινών.
Τον Ιούλη του 1976, επετράπη σε 2 μέλη του Παλαιστινιακού μετώπου, που είχαν κάνει αεροπειρατεία σε ένα αεροσκάφος της Air France, στο οποίο επέβαιναν αρκετοί Ισραηλινοί, να το προσγειώσουν στο αεροδρόμιο Εντέμπε.
Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει πολύνεκρη επιχείρηση από Ισραηλινούς κομάντος.
Πλέον, είχε απέναντί του όλη τη διεθνή κοινότητα.
Ο φόνος της γυναίκας του
Απόκτησε τουλάχιστον 40 απογόνους με τις πέντε συζύγους και τις 20 επίσημες ερωμένες του, χώρια τις γυναίκες που πέρασαν ευκαιριακά από το κρεβάτι του, με ή χωρίς τη θέλησή τους.
Η αγριότητά του όμως δεν σταματούσε. Ο δικτάτορας ζήτησε διαζύγιο από τις τρεις πρώτες συζύγους του -τις Μαλιάμου, Κέι και Νόρα- όταν έμαθε ότι δεν του ήταν πιστές.
Η ζωή τους μετατράπηκε αμέσως σε εφιάλτη, αφού ο απατημένος σύζυγος και οι μπράβοι του δεν σταμάτησαν να τις ενοχλούν.
Στο τέλος, η Κέι βρέθηκε νεκρή και τεμαχισμένη στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου.
Η Μαλιάμου και η Νόρα κατάφεραν να φύγουν από τη χώρα.
Ο τύραννος είχε τότε πλέον αποκτήσει άλλες δύο συζύγους, τις Μαντίνα και Σάρα, που συχνά εμφανίζονταν με μελανιές, τις οποίες απέδιδαν σε οικιακά ατυχήματα.

Απείλησε με μακελειό, για να κοπούν σκηνές από ντοκιμαντέρ
Στα ντοκιμαντέρ που γυρίζονταν για αυτόν, ήταν εμφανές ότι ο άνθρωπος έπασχε.
Μιλούσε για τη στρατηγική που θα ακολουθούσε εναντίον του Ισραήλ στο πεδίο της μάχης, βασάνιζε κροκόδειλους και γελούσε με ανοησίες που μόνο ο ίδιος καταλάβαινε.
Το 1974, γυρίστηκε ακόμη ένα ντοκιμαντέρ για τον πρόεδρο της Ουγκάντας, Ιντι Αμίν Νταντά.
Ο σκηνοθέτης, Μπάρμπετ Σρέντερ, υποχρεώθηκε από τον δικτάτορα να λογοκρίνει αυστηρά το ντοκιμαντέρ.
Ο πραξικοπηματίας ήθελε να αφαιρεθούν από την ταινία, οι σκηνές με τις οποίες διαφωνούσε και τον έπεισε με ένα βάναυσο τρόπο.
Τηλεφώνησαν στον Σρέντερ Γάλλοι υπήκοοι, που τους είχαν κλείσει σε ένα ξενοδοχείο άντρες του Νταντά.
Υπό την απειλή όπλων, ικέτευαν τον σκηνοθέτη να κάνει ότι του πουν, αλλιώς θα εκτελούνταν.
Ο Σρέντερ συμφώνησε.
Οι ιστορίες για έναν από τους πιο βάναυσους δικτάτορες είναι ατελείωτες.
Και σε όλες πρωταγωνιστούν το αίμα, οι ακρότητες και οι δολοφονίες.

Η πτώση
Ο Αμίν Νταντά εγκατέλειψε την εξουσία τον Ιανουάριο του 1979, λίγους μήνες μετά την παραβίαση των συνόρων με την Τανζανία από τον στρατό της Ουγκάντας, που προκάλεσε την εισβολή των τανζανικών στρατευμάτων στη χώρα.
Ο τανζανικός στρατός, έχοντας στο πλευρό του τους αντάρτες της Ουγκάντα, που είχαν καταφέρει να ξεφύγουν από το θανατηφόρο καθεστώς, συνέτριψαν το ανοργάνωτο στράτευμα του Νταντά.
Ο Νταντά ζήτησε άσυλο πρώτα στη Λιβύη, έπειτα στο Ιράκ και τέλος εγκαταστάθηκε στη Σαουδική Αραβία.
Το χάος που άφησε πίσω του, έγινε παγκόσμιο παράδειγμα προς αποφυγή και η χώρα από τότε ακόμη παλεύει για να τα καταφέρει.

Το δολάριο





Βρε τι καϋμός τότε με τα δολάρια...μετανάστευση ...
"...φύγε για Αμερική...δολάριο...θα ανοίξει το μάτι σου...
θα φύγεις από την κακομοιριά της αυλής...θα ξεχάσεις το τεφτέρι
του μπακάλη...θα ζείς σαν άνθρωπος...."
Και τι δεν άκουγες...τα μονά (δολάρια) δεν σκύβουν να τα πάρουν
όταν τους πέφτουν από τις τσέπες εκεί στο Νιού Γιόρκ...
"...και την γλώσσα...δεν σκαμπάζω..."
"...πήγαινε ρε στην Ασκληπιού με τις παράγκες με τα μεταχειρισμένα
βιβλία και πάρε ένα λεξικό....σιγά... τις βασικές λέξεις θα μάθεις
μετά όλα έρχονται μόνα τους..."
"...καλά μέχρις εδώ...πώς θα πάρω βίζα..."
"...μωρέ πήγαινε στην Κάνιγγος στα γραφεία συνοικεσίων
είναι ένας ειδικός για Αμερικάνες νύφες..."
"...και πώς μωρέ να την παντρευτώ από την φωτογραφία..."
"...μωρέ πάρτην και μετά την χωρίζεις..."
Και έμπαινε ο ευκολόπιστος στο υπερωκεάνιο Βασίλισσα Φρειδερίκη
και έφθανε στην Νέα Υόρκη και τον εξέταζαν οι γιατροί
και τον αμόλαγαν στο λιμάνι όπου τον περίμενε η νύφη
και του ερχότανε ο ουρανός σφοντύλι.
Και μετά τον γάμο παρωδία του βρίσκανε και δουλειά
στο τελευταίο υπόγειο του ρεστοράν όπως το έλεγε αρχίζοντας
από τα καζάνια για να πάρει προαγωγή μετά από χρόνια
και να ανέβει στο πρώτο και στα πιάτα.
Το μόνο που σκεφτότανε πλέον ήταν να γυρίσει πίσω ζωντανός
και να πεθάνει στην Πατρίδα.
Στην γειτονιά όμως ήταν παράδειγμα προς μίμηση...
"...σώθηκε ο άνθρωπος...γέμισε το στομάχι του και η τσέπη του..."
Και ο κατηχητής του...."αμ του τάλεγα...ευτυχώς με άκουσε..."
Ποτέ όμως δεν εξήγησε στην ομήγυρη γιατί δεν έκανε και ο ίδιος
τα ίδια βήματα αφού και η δική του τσέπη  είχε μόνο κέρματα
και περνούσε από μακριά από τον μπακάλη λόγω του ότι
το τεφτέρι δεν είχε άλλες σελίδες.

Η γραπτή μαρτυρία του Έλληνα εβραίου Μαρσέλ Νατζαρή, από τη Θεσσαλονίκη, που επέζησε από το κολαστήριο του Αουσβιτς



ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Η ανατριχιαστική μαρτυρία ενός Ελληνα Εβραίου που βρισκόταν φυλακισμένος στο Άουσβιτς και αναγκάστηκε να βοηθήσει τους ναζί, αποκρυπτογραφήθηκε, χάρη σε επίμονη μελέτη και με τη βοήθεια ψηφιακών μέσων.
Σε πρόχειρα σημειώματα που κρατούσε ο Ελληνικής καταγωγής Εβραίος, Μαρσέλ Νατζαρή, περιγράφει πως χιλιάδες Εβραίοι «στοιβάζονταν σαν σαρδέλες»  καθημερινά σε θαλάμους αερίων.
Το 1944, ο 26χρονος περιγράφει, στα γραμμένα στα ελληνικά σημειώματά του, τον διακαή πόθο του για εκδίκηση  καθώς είχε ακούσει από άλλους Εβραίους ότι η μητέρα του, ο πατέρας και η αδελφή του Νέλλη είχαν πεθάνει στο στρατόπεδο του Άουσβιτς-Μπίρκεναου, στη νότια Πολωνία.
«Συχνά σκεφτόμουν να μπω κι εγώ με τους άλλους στους θαλάμους για να βάλω ένα τέλος σε όλο αυτό, αλλά πάντα η σκέψη της εκδίκησης με απέτρεπε. Ηθελα και θέλω να ζήσω για να  εκδικηθώ για τον θάνατο του πατέρα, της μητέρας και της μικρής μου αδερφής».
Ο Νατζαρή ήταν ανάμεσα στα 2.200 μέλη των «Sonderkommando»,  Εβραίων σκλάβων των SS που έπρεπε να συνοδεύσουν άλλους Εβραίους στους θαλάμους αερίων και καλούνταν να κάψουν τα σώματα τους, να συλλέξουν τα χρυσά σφραγίσματα και τα μαλλιά των γυναικών και να ρίξουν τις στάχτες τους στο ποτάμι.
Τον Νοέμβριο του 1944 ο Νατζαρή, τοποθέτησε το 13 σελίδων χειρόγραφό του σε ένα θερμός και το σφράγισε. Στη συνέχεια το έβαλε σε μια δερμάτινη θήκη και το έθαψε κοντά στο Κρεματόριο με τον αριθμό 3. 
Μετά από 36 χρόνια το θερμός ανακάλυψε κατά τύχη ένας Πολωνός φοιτητής γεωπονικής κατά τη διάρκεια εκσκαφής στο σημείο.
«Το κρεματόριο είναι ένα μεγάλο κτίριο με μια μεγάλη καμινάδα και 15 φούρνους. Κάτω από τον κήπο υπάρχουν δύο τεράστια κελάρια, το ένα για να γδύνονται οι άνθρωποι και το άλλο είναι ο θάλαμος αερίων. Σε αυτό μπαίνουν γυμνοί,  μέχρι και 3.000 άτομα καποιες φορές, και μετά από έξι ή επτά λεπτά πεθαίνουν»,  γράφει μεταξύ άλλων.
Περιγράφει ακόμη πώς οι Γερμανοί είχαν εγκαταστήσει σωληνώσεις για να κάνουν τον θάλαμο αερίων να μοιάζει με ντους. «Οι φιάλες αερίου (σ.σ Cyclon B) παραδίδονται πάντα από ένα γερμανικό όχημα του Ερυθρού Σταυρού που συνοδεύουν άνδρες των SS, οι οποίοι  διοχετεύουν το αέριο μέσα από ανοίγματα και μισή ώρα μετά ξεκινά η δουλειά μας. Σπρώχνουμε τα σώματα αυτών των αθώων γυναικόπαιδων στον ανελκυστήρα ώστε να φτάσουν στους φούρνους. »
«Οι στάχτες από κάθε ενήλικα ζυγίζουν περίπου 640 γραμμάρια», σημειώνει.
Μετά τον Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα
Ως εκ θαύματος ο Νατζάρη επιβίωσε και από το Αουσβιτς και από το Ματχάουζεν, όπου είχε μεταφερθεί.
Μάλιστα, μετά τον πόλεμο, το 1951, παντρεύτηκε και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Απέκτησε δύο παιδιά, ένα εκ των οποίων ονόμασε Νέλλη όπως την αδερφή του.
Πριν τον πόλεμο δούλεψε ως έμπορος στη Θεσσαλονίκη ενώ στην Νέα Υόρκη εξασφάλιζε τα προς το ζειν δουλεύοντας ως ράφτης.
Το 1971, μόλις εννέα χρόνια πριν ανακαλυφθούν τα χειρόγραφά του, πέθανε σε ηλικία 53 ετών.
Aπό τα έγγραφα του Νατζαρή μόνο το 10% ήταν ευανάγνωστο καθώς το βρεγμένο χώμα είχε αλλοιώσει τα γράμματα. Μέχρι τη στιγμή που ο Ρώσος ιστορικός, Πάβελ Πόλιαν αποφάσισε να τα «αποκρυπτογραφήσει» με τη βοήθεια της τεχνολογίας.
Ο Πόλιαν χρησιμοποίησε αντίγραφο του χειρογράφου που του απέστειλαν από το Μουσείο του Αουσβιτς.
Με τη βοήθεια ενός νεαρού Ρώσου προγραμματιστή που «έπαιζε στα δάχτυλα το photoshop» κατάφερε να φτάσει την αναγνωσιμότητα του χειρογράφου στο 90%.

Πηγές: ifz-muenchenhttp://auschwitz.org, BBC

Ο πιστός και αφοσιωμένος Ντικ. Ο σπαραγμός του για τον θάνατο του αφεντικού του συγκίνησε όλη την Αθήνα.



https://tetysolou.wordpress.com


Ντικ 1938.jpg
Ο Γεώργιος Μπαλίδης ήταν διπλωμάτης και είχε υπηρετήσει ως πρόξενος της Ελλάδας στην Οδησσό. Αγαπούσε πολύ τα ζώα και ιδιαίτερα τα σκυλιά. Δεν είχε ούτε γυναίκα ούτε παιδιά και τα τελευταία δέκα χρόνια νοίκιαζε ένα δωμάτιο στο σπίτι της κυρα-Όλγας στην οδό Αριστίππου 22, στο Κολωνάκι. Ζούσε μόνος με τον πιστό του φίλο τον Ντίκ, ένα σκυλί που το είχε από κουτάβι. Ο Ντικ είχε μεγαλώσει με πολλή φροντίδα και αγάπη και ήταν αφοσιωμένος στον κύριό του. Όταν τα οικονομικά του στένεψαν, ο τέως πρόξενος προτιμούσε να αφαιρεί κάτι από το φαγητό του για να μην στερήσει τον Ντικ.
Ο σκύλος αγαπούσε τον κύριό του αδιαπραγμάτευτα και ανυστερόβουλα, όπως μόνον τα ζώα ξέρουν. Είχαν γεράσει πια και οι δύο και περνούσαν ήσυχα τις μέρες τους χαρίζοντας ο ένας στον άλλον γλυκιά συντροφιά και απέραντη αγάπη.
Κι έφτασε η πικρή μέρα που τους χώρισε ο θάνατος. Ο πρόξενος πέθανε από συγκοπή στο δωμάτιό του. Η κυρα-Όλγα φρόντισε να κάνει όσα έπρεπε για να ταχτοποιήσει τον νεκρό. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν στο σπίτι και ο Ντικ είχε μαζευτεί σε μια γωνιά της κάμαρας και κοιτούσε πότε το λείψανο στο κρεβάτι και πότε τους ανθρώπους. Όταν έφυγε ο κόσμος έμειναν μόνον δυο τρεις για να ξενυχτήσουν τον νεκρό. Τότε ο Ντικ σηκώθηκε και πλησίασε το κρεβάτι. Έκανε δυο γύρους μυρίζοντας κι ύστερα σήκωσε το πόδι του και σκούντησε τον κύριό του. Εκείνος όμως δεν γύρισε να τον χαϊδέψει και να τον σιγουρέψει ότι όλα είναι καλά. Ο Ντικ έχωσε τη μουσούδα του κάτω από το σεντόνι, ανασηκώθηκε στα πίσω πόδια του κι έφτασε το κεφάλι του μακαρίτη. Αυτό ήταν! Ξέσπασε σ’ ένα θλιβερό ουρλιαχτό. Με τη μουσούδα του και τα μπροστινά του πόδια χάιδευε και αγκάλιαζε τον πεθαμένο κύριό του κλαίγοντας ασταμάτητα ως το πρωί. Εκείνοι που είχαν μαζευτεί για να ξενυχτήσουν τον νεκρό έκλαιγαν περισσότερο για τον σπαραγμό του Ντικ, παρά για τον θάνατο του Μπαλίδη. Όταν ήρθε η ώρα να σηκώσουν το λείψανο για το νεκροταφείο, αναγκάστηκαν να κλειδώσουν τον Ντικ στο δωμάτιο για να μην τους ακολουθήσει. Στην επιστροφή τον βρήκαν σε κακό χάλι. Μόλις του άνοιξαν την πόρτα, εκείνος έτρεξε έξω. Πήγε σε όλα τα μέρη που θα μπορούσε να έχει πάει ο κύριός του. Στον μπακάλη, στον χασάπη, στο καφενείο, στον Ευαγγελισμό… Ξαναγύρισε. Πήγε στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τον κύριό του, ανέβηκε στο κρεβάτι και ξέσπασε σε ατελείωτο θρήνο. Έμεινε εκεί θρηνώντας μέχρι την μέρα που ήρθαν να τον πάρουν.
Ο Μπαλίδης δεν είχε κανέναν δικό του στην Ελλάδα, για να του εμπιστευτεί τον σύντροφό του και είχε ζητήσει από τη σπιτονοικοκυρά να ειδοποιήσει να θανατώσουν τον Ντικ σαν θα πέθαινε εκείνος, για να μη βασανιστεί από τη θλίψη και τη μοναξιά. Η κυρα-Όλγα φώναξε την Εταιρεία Προστασίας των Ζώων. Φαίνεται πως ώρα του Ντικ είχε φτάσει. Δυο μέρες χωρίς φαγητό και νερό, αποκαμωμένος από τον πόνο του, ο Ντίκ δεν έφερε καμία αντίσταση στον μπόγια που τον έβαλε στην κλούβα. Μεταφέρθηκε στο Κυνοκομείο στην Ιερά Οδό, εκεί όπου μετέφερονταν τα αδέσποτα σκυλιά των αθηναϊκών δρόμων και θανατώνονταν. Ο Ντικ σύρθηκε σε μια γωνιά της αυλής με περίλυπο βλέμμα. Όλες τις μέρες δεν άγγιξε φαγητό και νερό και δεν σταμάτησε να κλαίει απαρηγόρητος. Είχε γίνει πετσί και κόκαλο.
Μπροστά σ’ αυτή την πρωτοφανή αφοσίωση οι υπάλληλοι της Εταιρείας Προστασίας των Ζώων συγκινήθηκαν.  Ειδοποίησαν τους δημοσιογράφους και τους φωτορεπόρτερ για να δώσουν δημοσιότητα στο θέμα. Οι εφημερίδες έγραψαν την τραγική ιστορία και οι αναγνώστες συμπόνεσαν το φτωχό ζώο. Άρχισαν να πηγαίνουν στον Βοτανικό για να δουν αυτό το σπάνιο φαινόμενο πίστης και αφοσίωσης, να τηλεφωνούν και να τηλεγραφούν ζητώντας εναγωνίως πληροφορίες για την υγεία του. Πολλοί προσφέρθηκαν να του δώσουν στέγη και ν’ αναλάβουν τη φροντίδα του. Η θανάτωση του Ντικ πήρε αναβολή.
Στις εκδηλώσεις στοργής των παιδιών ο Ντικ κουνούσε περίλυπος την ουρά του, αλλά δεν έβαλε στο στόμα του κανένα από τα καλούδια που του πετούσαν.
Οι υπάλληλοι της Εταιρείας Προστασίας των Ζώων του έβγαλαν την αλυσίδα και τον μετέφεραν από την αυλή σ’ ένα δωμάτιο, όπου του έστρωσαν μια κουβέρτα για να ξαπλώσει.
— Έχω δέκα χρόνια εδώ μέσα, είπε ο αρχινοσοκόμος. Πέρασαν καν και καν σκυλιά από τα χέρια μου. Αλλά τέτοιο σκυλί, τόσο πιστό, τόσο έξυπνο, δεν είδαν τα μάτια μου. Αυτό δεν είναι σκυλί, είναι σωστός άνθρωπος!
Τα γλυκά λόγια, τα χάδια και η επίμονη φροντίδα έφεραν αποτέλεσμα. Ο Ντικ ήπιε επιτέλους λίγο νεράκι. Καλό σημάδι!
Τις επόμενες μέρες η Εταιρεία Προστασίας των Ζώων έστειλε στις εφημερίδες μια ανακοίνωση, που ανακούφισε όλους εκείνους που ανησυχούσαν για την τύχη αυτού του σπάνιου ζώου. Η Αλεξάνδρα Χωρέμη-Μπενάκη τον υιοθέτησε και τον πήρε στη βίλα της στο Στροφίλι. Και ναι, ο Ντικ άρχισε να δέχεται τροφή και ν’ ανταποκρίνεται στις περιποιήσεις της νέας του κυράς.

Πληροφορίες για το παραπάνω κείμενο πήρα από άρθρα διάφορων εφημερίδων του Σεπτεμβρίου 1938. Το ’30 είναι η δεκαετία που καθιερώθηκε η 4η Οκτωβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων. Γιορτάστηκε για πρώτη φορά το 1931. Στέλντοντας εγκυκλίους προς τα σχολεία και εκκλήσεις προς δημάρχους και κοινοτάρχες για πρόθυμη συμμετοχή, άρχισε και η Ελλάδα κουτσά στραβά να γιορτάζει την παγκόσμια μέρα με διαλέξεις, εικονίτσες αγίων, βραβεύσεις ίππων, όνων και ημιόνων στην πλατεία Θησείου και με τη συμμετοχή κυνηγετικών συλλόγων.
Advertisements

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Από την επίσκεψη του Ερντογάν

Κ.ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΑ ΝΕΑ

Η γιαγιά




Ήταν πολύ δεμένη η γειτονιά εκείνα τα χρόνια....
Ειδικά τέτοιες γιορτινές ημέρες οι γειτόνισες στις συναντήσεις τους έκαναν 
τα σχέδιά τους για τους μοναχικούς ανθρώπους.
Υπήρχαν κάμποσοι χτυπημένοι από την μοίρα που έμεναν μόνοι τους.
Το πιάτο της ημέρας το είχαν από την γειτονιά και την έγνοια ότι είναι καλά.
Τα Χριστούγεννα όμως ήταν αλλιώς δεν τους άφηναν μόνους...τους έπαιρναν
μαζί στο μεγάλο τραπέζι της σπιτονοικοκυράς όπου μαζευότανε η αυλή....
Μια γιαγιά μου έμεινε στην μνήμη....
Μονίμως με ένα χαμόγελο...ένα καλό λόγο....είχε χάσει τον άντρα της...
...δεν είχε παιδιά....μια ανηψιά που περίμενε να πεθάνει
για να της πάρει το σπιτάκι που είχε εξ αδιαιρέτου ...
Τι ήταν ο κάβουρας δηλαδή και τι το ζουμί του....
Ερχότανε στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι και την έβαζαν στην τιμητική θέση
δίπλα στην ξυλόσομπα.....χαμογελούσε...ευχότανε σε όλους υγεία....
Έλεγε ιστορίες ....ήταν Σμυρνιά...μικροπαντρεμένη στις χαμένες πατρίδες...
δεν χάρηκε τον άντρα της τον έσφαξαν οι Τσέτες στην καταστροφή.
Γλύτωσε η ίδια πηδώντας σε ένα καϊκι....
Έκανε πολλές δουλειές για να ζήσει....με τις οικονομίες έχτισε
μια κάμαρα στο εξ αδιαιρέτου που της έδωσε το Κράτος....
Ούτε σύνταξη ούτε τίποτα....και από πού...ξενόπλενε...καθάριζε
σπίτια...
Δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ...το θεώρησε σαν το καλύτερο μνημόσυνο
στον άντρα της.
Μέσα στην κάμαρά της υπήρχαν στο τοίχο εικονίσματα από την Σμύρνη
και ένα μακρόστενο κάντρο με την προκυμαία και τα ωραία σπίτια
των Ελλήνων πρίν τα κάψουν οι Τούρκοι.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΥΛΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΤΡΟΧΟΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ενσωματωμένο στο κτιριακό συγκρότημα του Ασύλου Ανιάτων, επί της οδού Αγίας Ζώνης 39, της περιοχής Πατησίων, βρίσκεται ένα από τα πιο παλιά κτίρια της Αθήνας. Είναι η έπαυλις του πριν από 140 χρόνια ναυάρχου του Αγγλικού στόλου της Μεσογείου Pulteney Malcolm. Κτίσθηκε πριν ακόμη η Αθήνα καταστεί πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους και μεταφέρουν την έδρα τους από το Ναύπλιο ο Βασιλεύς Όθων και οι Κυβερνητικές υπηρεσίες. Για το κτίσιμο της επαύλεως αυτής χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα δίτροχο κάρο Πρόκειται περί του πρώτου οχήματος που είδαν μετά την απελευθέρωση οι Αθηναίοι.

Η ΕΠΑΥΛΙΣ ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΧΟΥ PULTENEY MALCOLM ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΑΣΥΛΟ ΑΝΙΑΤΩΝ, ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΚΤΙΣΘΗΚΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ.

Το κάρρο αυτό διάνοιξε και τον πρώτο αμαξητό δρόμο στην Πρωτεύουσα, από τον Πειραιά ως τα ποιητικά και όλο ελαιώνες τότε Πατήσια. Ο Σκωτικής καταγωγής αντιναύαρχος Sir Pulteney Malcolm ήταν αρχηγός του Βρετανικού στόλου της Μεσογείου μέχρι το 1832. Εστάλη να επιβλέπει στην αρχή και να αντικαταστήσει ύστερα τον Sir Edward Codrington ο οποίος όμως εν τω μεταξύ είχε προφτάσει να υπογράψει με τον Αλί Πασά της Αιγύπτου τη συμφωνία για την εκκένωση της Πελοποννήσου από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Ο Pulteney Malcolm ερχόταν συχνά στον Πειραιά μετά την αποκήρυξη της ναυμαχίας του Ναυαρίνου από την αγγλική Κυβέρνηση Ο Πειραιεύς ωνομάζετο τότε Πόρτο-Δράκο ή Πόρτο-Λεόνε από τα δυο λιοντάρια που είχαν στήσει στο λιμάνι του οι παλιοί Βαράγγοι μισθοφόροι του Βυζαντίου. Τα λιοντάρια αυτά, ως γνωστόν τα πήρε ο Francesco Morosini και τα μετέφερε στη Βενετία όπου και υπάρχουν στην πύλη, του παλιού ναυστάθμου.

ΑΡΑΜΠΑΣ ΔΙΠΛΑ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΟΥ 1833. ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΑΜΑΞΗΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΟΥ ΔΙΑΝΥΞΑΝ ΟΙ «ΝΑΥΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΡΟΥ».

Είχε πιάσει ο Pulteney Malcolm γνωριμία με τον «μουσιού Καϋρόκ» τον φραγκολεβαντίνο που είχε το μοναδικό σπίτι στον Πειραιά. Εκτός από τις 4-5 παράγγες ψαράδων και το «κουμερλίκι» όπως ωνομάζετο το παράπηγμα που εστέγαζε τον τελωνειακό σταθμό. Συνεδέετο με φιλία και με τον ιστορικό και φιλέλληνα αγωνιστή George Finlay ο οποίος του έστελνε άλογο για ν' ανέβη στην Αθήνα. Ο George Finlay είχε αγοράσει και κτήματα και μόνιμα εγκατεστημένος ασχολείτο με την καθιέρωση των καλλιεργητικών μεθόδων στην Αττική. Η περιοχή άρεσε πολύ στον Άγγλο στόλαρχο και αποφάσισε να χτίσει μια βίλα. Αγόρασε έκταση παρά τα Πατήσια από κάποιον Τούρκο. Ήταν το κτήμα στο οποίο ο Ρεσίτ πασάς Κιουταχής είχε στήσει την σκηνή του αρχηγείου του όταν πολιορκούσε την Ακρόπολη Την εποχή εκείνη οι Τούρκοι προβλέποντες ότι σύντομα θα αναγκασθούν να φύγουν από την Ελλάδα πωλούσαν τα κτήματα των σε τιμές εξευτελιστικές. Τότε περί το 1831 αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις της Αθήνας διάφοροι ερχόμενοι, από το εξωτερικό, Έλληνες και ξένοι, για να εγκατασταθούν στο νέο Ελληνικό Κράτος. Μεταξύ αυτών ο γνωστός αρχιτέκτων Σταρ. Κλεάνθης αγόρασε μεγάλες εκτάσεις από τους αποχωρούντες Τούρκους. ΙΙήρε κτήματα έξω από το τείχος και ένα τεράστιο οικόπεδο στο Ριζόκαστρο με ένα ερειπωμένο σπίτι, το οποίο επισκεύασε και συνεπλήρωσε και το κατέστησε κατοικία δική του καθώς και του φίλου του και συναδέλφου του επίσης αρχιτέκτονος Eduard Schaubert Το σπίτι αυτό σώζεται ακόμη στην Πλάκα και σ’ αυτό εστεγάσθη αργότερα και το πρώτο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ήρθε από την Αίγινα και ο στρατηγός Μακρυγιάννης και αγόρασε 24 περίπου στρέμματα στην περιοχή του δυτικού περιβόλου του ναού του Ολύμπιου Διός, στη σημερινή συνοικία Μακρυγιάννη. Ο Pulteney Malcolm ήταν ο πρώτος που έκτισε σπίτι. Τα σχέδια τα είχε φέρει από τη Σκωτία γιατί ήθελε η κατοικία του να τού θυμίζει την αρχιτεκτονική των προγονικών του πύργων. Τα σχέδια προσήρμοσαν οι Κλεάνθης και Eduard Schaubert οι οποίοι και επέβλεψαν την ανέγερση Μετά τον πύργο αυτόν στα Πατήσια χτίσθηκαν τα πρώτα αρχοντικά της Αθήνας. Ένα από αυτά, το σπίτι του τραπεζίτη Αλεξάνδρου Κοντοσταύλου, στο βορειοανατολικό άκρο τότε της πόλεως που εξετείνετο γύρω από την Ακρόπολι, στην ίδια θέσι που αργότερα κτίσθηκε το κτίριο της Βουλής, το σημερινό Εθνολογικό Μουσείο, παρά τις οδούς Σταδίου-Κολοκοτρώνη-Ανθίμου Γαζή. Τότε έκτισε ο Φαναριώτης πρώην ηγεμών της Μολδοβλαχίας Μιχαήλ Βόδας Σούτσος και την έπαυλί του που εσώζετο μέχρι των αρχών τού αιώνα μας σαν Άσυλο της Αγίας Αικατερίνης στην οδό Αλκιβιάδου. Τα χρόνια του αγώνος, του 1821, η Αθήνα είχε περί τα 1.500 σπίτια και 124 Εκκλησίες. Η πολιτεία δεν εκάλυπτε ούτε ολόκληρο την περιτειχισμένη γύρω από την Ακρόπολι έκτασι η οποία ήτο 1.163 στρεμμάτων. Η οικοδομημένη περιοχή ήταν 772 στρεμμάτων και το υπόλοιπο εκάλυπτε ο λόφος της Ακροπόλεως και ο γύρω από αυτόν ακάλυπτος χώρος. Ο παλαιός οικισμός έφθανε μέχρι εκεί που είναι οι σημερινοί δρόμοι Θρασύλλου, Αισχύνου, Πιττακού, Λέκκα, Πραξιτέλους, Ευριπίδου και Σαρρή και μέχρι του ναού των Αγίων Ασωμάτων και του Αρείου Πάγου. Από τα σπίτια που υπήρχαν ελάχιστα διεσώθησαν. Οι Αθηναίοι που είχαν φύγει κυρίως στα νησιά τού Σαρωνικού επιστρέφοντες δεν βρήκαν παρά ερείπια. Ο εκπατρισμός των διήρκεσε μέχρι το 1830 όταν και εξακολουθούσαν οι μάχες γύρω από την Ακρόπολι. Εικόνα της Αθήνας μετά την απελευθέρωσι δίνει ο Γάλλος ιστορικός Μισώ: « Να η Αθήνα. Δεν έχει σήμερα ούτε έναν χαραγμένο δρόμο. Βαδίζαμε ανάμεσα σε σωρούς διεσπαρμένων συντριμμιών. Σ' ένα μονοπάτι χαραγμένο ανάμεσα από ερείπια. Σε κάθε βήμα υπερπηδούσαμε σωρούς από πέτρες, τμήματα από τοίχους και σπονδύλους από κολώνες. Σήμερα δεν υπάρχει ούτε δρόμος, ούτε δημοσία πλατεία, ούτε κήπος, ούτε μοναστήρι, ούτε εκκλησία. Συναντήσαμε και γλαύκες, αλλά το πουλί αυτό της Αθηνάς δεν ήταν πλέον εδώ παρά το σύμβολο της άφωνης ερημιάς. Η κουκουβάγια ήταν ο μόνος κάτοικος της Αθήνας του οποίου εφείσθησαν κατά τα τελευταία έτη ». Στην Αθήνα αυτή των ερειπίων έκανε μεγάλη εντύπωση η εμφάνιση των πρώτων τροχοφόρων. Ήταν δυο δίτροχα κάρρα που τα έφερε από την Μάλτα και τα ξεφόρτωσε στον Πειραιά ό Pulteney Malcolm, τα εχρησιμοποίησε για την μεταφορά των οικοδομικών υλικών για το κτίσιμο της επαύλεως του στα Πατήσια. Μετέφερε μ' αυτά πέτρα του Υμηττού από τον Καρέα και πυριά από την Πειραϊκή Χερσόνησο. Υλικά από θέσεις που επρόκειτο να γίνουν μέχρι, των ημερών μας, νταμάρια. Τα κάρρα τα έσερναν μουλάρια πρώτου μεγέθους της ράτσας του Αννόβερου που και αυτά ξεφορτώθηκαν στο Πόρτο-Δράκο.

Η ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ 1835. ΔΕΞΙΑ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ.

Μέχρι την εποχή εκείνη τα μόνα μεταφορικά μέσα ήσαν τα άλογα, μουλάρια, τα γαϊδουράκια, και οι καμήλες που αρκετές υπήρχαν στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι έτρεχαν να δουν το «εκπληκτικό θαυμάσιο» της εποχής που ήταν το κάρρο. Ιδιαίτερα συνέρρεαν στην πύλη του Πειραιώς που υπήρχε εκεί που περίπου είναι σήμερα το Δημοτικό Βρεφοκομείο. Εκεί αντικαθιστούσαν τα μουλάρια των κάρρων με άλλα ξεκούραστα. Το κάρρο εθεωρείτο το θαύμα της μηχανικής. Οι παλαιότεροι Αθηναίοι εξηγούσαν τότε στους νέους ότι πιο παλιά στα χρόνια του Χασεκή υπήρχαν και παραπλήσιου είδους τροχοφόρα. Οι ανατολίτικοι αραμπάδες που τους έσερναν βόδια. Φυσικά τα κάρρα ήταν πολύ ανώτερη ευρωπαϊκή εφεύρεση. Την ίδια εποχή πρέπει να ξαναεμφανίσθηκαν και αραμπάδες. Σε μια γραβούρα του Πειραιά του 1830 φιγουράρει και ένας αραμπάς με δυο βόδια. Τα κάρρα του Pulteney Malcolm τα υπηρετούσαν ναύτες του αγγλικού στόλου γιατί οι εντόπιοι δεν τολμούσαν να εκπαιδευθούν και να αναλάβουν την οδήγησί των. Τους καρροτσέρηδες αυτούς τους αποκαλούσαν «ναύτες του κάρρου» προσωνυμία η οποία αργότερα πήρε ειρηνική σημασία. Τα κάρρα αυτά άνοιξαν και τους πρώτους αμαξητούς δρόμους της Αθήνας. Με το πέρασμα τους μερικές φορές ανάμεσα στα χωράφια άφησαν ροδιές και έτσι, στην τύχη, ανοίχθηκαν οι πρώτοι καρρόδρομοι της Αθήνας από τον Πειραιά και τον Καρέα ως τα Πατήσια. Στην ιστορία των πρώτων αμαξητών δρόμων της Ελλάδος αναφέρεται πρώτος ο δρόμος που άνοιξε ο στρατός του Nicolas Joseph Maison μεταξύ Πύλου και Μεθώνης. Έφτιαξε κι ο Καποδίστριας δρόμο στην Αίγινα από τον όρμο Άγιος Βασίλειος ως τη χώρα. Μεταφέρθηκε όμως η πρωτεύουσα του Κράτους πριν φθάσουν στην Αίγινα τροχοφόρα, κάρρα ή αραμπάδες. Η Αθήνα το 1832, πριν ακόμη γίνη πρωτεύουσα, είδε μαζί με το κτίσιμο των πρώτων μετά την απελευθέρωση σπιτιών της και τα πρώτα τροχοφόρα που οδηγούσαν «ναύτες του κάρρου» και απέκτησε και τους πρώτους της αμαξοδρόμους. Αυτούς τους χρησιμοποίησαν οι αραμπάδες που ξαναγύρισαν κι αυτοί μέχρι που έφτασαν και στην Ελλάδα οι πρώτες άμαξες από την πολιτισμένη Ευρώπη.


ΚΩΣΤΑΣ ΨΑΛΤΗΡΑΣ | ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΣΑΣ | ΑΘΗΝΑ | 1971