Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Πέθανε η ηθοποιός Σοφία Ολυμπίου




Η ηθοποιός είχε μια σημαντική καριέρα στο θέατρο και συμμετείχε και σε πολλά επιτυχημένα σήριαλ.
pethane-i-ithopoios-sofia-olumpiou

Έφυγε από τη ζωή στα 82 της χρόνια η ηθοποιός Σοφία Ολυμπίου, η οποία είχε αγαπηθεί πολύ μέσα από το σίριαλ «Ακρως Οικογενειακόν» ως «θεία Τζούλια».
Η ηθοποιός είχε μια σημαντική καριέρα στο θέατρο και συμμετείχε και σε πολλά επιτυχημένα σήριαλ, όπως το Δις Εξαμαρτείν, Τρεις Χάριτες, Ντόλτσε Βίτα, 7 Θανάσιμες Πεθερές με τελευταία της τηλεοπτική εμφάνιση στη σειρά Αν υπήρχες θα σε χώριζα το 2007. 
Tο πραγματικό της όνομα ήταν Σοφία-Γλυκερία Χαλκιοπούλου και μεγάλωσε σε καλλιτεχνική οικογένεια. Πατέρας της ήταν ο ηθοποιός Γιάννης Χαλκιόπουλος, μητέρα της η ηθοποιός Έλλη Λαλαούνη, παππούς της ο ηθοποιός Νίκος Χαλκιόπουλος & γιαγιά της η ηθοποιός Σοφία Χαλκιοπούλου. Απ’ την πλευρά της μητέρας της είχε γιαγιά την, επίσης ηθοποιό, Ολυμπία Δαμάσκου-Λαλαούνη. Πρώτος της σύζυγος υπήρξε ο θιασάρχης & ηθοποιός Γιώργος Ολύμπιος, ενώ ο δεύτερός της σύζυγος ήταν ο ηθοποιός Χριστόφορος Καζαντζίδης.
Η κηδεία της θα γίνει σήμερα Τρίτη στις 13:00 στο Α' νεκροταφείο Αθηνών.
http://www.thetoc.gr/


Παλιά Αθήνα περιμένοντας τους Δανδήδες




Στην πλατεία Λαυρίου, αφετηρία του σιδηρόδρομου για το δρομολόγιο Κηφισιά-Λαύριο, τα λουστράκια περιμένουν τους Δανδήδες για κανένα χαρτζιλικάκι. (1920)
http://paliaathina.com/gr

Όταν η πλατεία Ομονοίας ήταν πράγματι πλατεία-στολίδι




Βλέποντας τα σημερινά απίστευτα χάλια της Ομόνοιας, αναρωτιέται κανείς ποιος έχει καταραστεί την πολύπαθη αυτή πλατεία. 
Αν, δε, πέσει στα χέρια σου και καμιά φωτογραφία του 1896, κλαίει η ψυχή σου με την κατάντιά της…
http://paliaathina.com/gr

Τεκέδες και τεκετζήδες

Στα συνοικιακά καφενεία, τα καταγώγια και τους τεκέδες του Πειραιά χτυπούσε τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η καρδιά του ρεμπέτικου.
Αφηγείται ο Νίκος Μάθεσης:
Τότες ο Πειραιάς ήταν πολύ άγριος…. Παράγκες, τεκέδες, εμπόριο ναρκωτικών στο φόρτε, μπουρδέλα, αγαπητικοί, κακοποιοί, λαθρέμποροι, μάγκες, νταήδες, μπερμπάντηδες, πρεζάκηδες, χασικλήδες, μαχαιροβγάλτες, σκυλόμαγκες, ντερβισόπαιδα, αποφάγια μάγκες…. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Γύφτικα, στο Χατζηκυρειάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. …, σε κάθε καταγώγιο και σε κάθε καφενείο έπρεπε να είναι κρεμασμένα 3-4 μπουζούκια και μπαγλαμάδες για το σκυλολόι (πελάτες) που εσύχναζαν μέσα, όχι όμως στα κεντρικά, μόνον στα συνοικιακά. Διότι για να είχες τότε καφενείο, έπρεπε να ήσουν μούτρο, δηλαδή να ήσουν του κουρμπετιού και να είχες εγκληματίσει απαραιτήτως. Σε αυτά τα καφενεία, δε σταματούσε μέρα-νύχτα το μπουζούκι από τους κοπρόμαγκες και τους γνήσιους μάγκες. Επίσης στου Καραϊσκάκη, στα υπόστεγα στον Πειραιά, στου Τσελέπη, το μπουζούκι ήταν στην ημερήσια διάταξη, πενιές της φυλακής από ανέκδοτους συνθέτες… Μέρα και βράδυ όπου και να πέρναγες, δηλαδή από καφενείο, άκουγες το κελάηδισμα του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά και την μυρωδιά της ταλμίρας (χασίς) ή από αργιλέ ή από τσιγαρλίκι. Και αυτός που το έπαιζε δεν ήταν κανά παιδάκι, ήταν άνθρωπος της τούφας και το είχε μάθει στο σχολείο-φυλακή… Δεν υπήρχανε, τότες, μπουζουξήδες επαγγελματίες. Μόνο παλιοί μάγκες έπαιζαν μπουζούκι, παλιοί κατάδικοι, γεροντόμαγκες, παλιοί τεκετζήδες, μόρτηδες και άλλοι της πιάτσας… Τάσος Καραντής - "Νίκος Μάθεσης Ο θρυλικός Τρελλάκιας του ρεμπέτικου" , Εκδόσεις Στοχαστής, 1999
Στα τραγούδια τους οι ρεμπέτες αναφέρονται σε αρκετούς τεκέδες και τεκετζήδες, άλλοτε πραγματικούς κι άλλοτε φανταστικούς.

1. Ο τεκές του Καρίπη
Ο Γιώργος Κατσαρός, που χρονολογικά προηγείται όλων των μεγάλων δημιουργών του ρεμπέτικου, ήδη από το 1905, προτού φύγει για την Αμερική, παίζει κιθάρα και τραγουδάει επαγγελματικά σε κέντρα της Καστέλας, του Φαλήρου, της Πειραϊκής ακτής και σε διάφορα στέκια της Αθήνας και του Πειραιά. Στον Πειραιά και τη Δραπετσώνα έρχεται σε επαφή με τους μάγκες και γνωρίζει τους χώρους που συχνάζουν. Το κλίμα αυτής της εποχής μεταφέρουν πολλά από τα τραγούδια που ηχογράφησε κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου στην Αμερική.
Στο τραγούδι του Χτες το βράδυ στου Καρίπη, αναφέρεται σε έναν από τους παλιότερους τεκέδες του Πειραιά, τον τεκέ του Καρίπη που βρισκόταν δίπλα στον παλιό επιβατικό σιδηροδρομικό σταθμό του Πειραιά προς την πλευρά της ΔραπετσώναςΗλίας Βολιώτης-Καπετανάκης - "Αδέσποτες μελωδίες" , Εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη, 1999.

2. Ο τεκές του Μάνθου
Σύμφωνα με το Γιώργο Κατσαρό ο τεκές του Μάνθου ήταν ένας από τους παλιότερους και ο πιο ονομαστός τεκές δίπλα στον παλιό επιβατικό σιδηροδρομικό σταθμό του Πειραιά προς την πλευρά της Δραπετσώνας. Μάλιστα υπήρχε και σχετικό τραγούδι που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα ανάμεσα στους μάγκες. Όμως ο Κώστας Τζόβενος αναφέρει πως το τραγούδι του Μέσα στου Μάνθου τον τεκέ γράφτηκε για άλλον τεκέ, τον τεκέ του Μάνθου Γκραβαρά, που λειτουργούσε σε εξοχικό κέντρο στους Άγιους Αναργύρους.
Αν είναι όπως τα λέει ο Τζόβενος, τότε ο τεκές του Μάνθου Γραβαρά είναι ίσως ο μακροβιότερος, αφού το σχετικό τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1932 (άρα ο τεκές προϋπήρχε) και έχουμε την αφήγηση του Στέλιου Κηρομύτη ότι υπήρχε τουλάχιστον μέχρι την έναρξη το Β’ παγκόσμιου πολέμου:
Μου λέει ο συγχωρεμένος ο Μάρκος, έτσι κι έτσι δεν πάμε δουλειά, μου λέει, δεν πάμε Ραβάρα; Ήτανε μια μπυραρία προς το Μενίδι, την αγορά και ήτανε τεκές. Πήγαμε ήπιαμε κάτι μπύρες εκεί, παίζανε κάτι σαντουρόβιοι λαϊκοί με πιάνο, ξέρω ‘γω, γλεντήσαμε. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο, είναι η ώρα 4:30-5:00. Μόλις ζυγώνουμε στην Αθήνα, ακούμε τις σειρήνες….Λευτέρης Παπαδόπουλος - "Να συλληφθεί το ντουμάνι" , Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004
Γεμάτος θαυμασμό, ο Μάρκος Βαμβακάρης, αφηγείται:
Τεκές πραγματικός και κανονικός ήταν του Γραβαρά στο Μενίδι, ο οποίος ήταν άμεμπτος τεκές, ωραία σάλα, ωραίο μαγαζί. Μέσα είχε το παν. Ότι θα ζητούσες θα το 'βρισκες. Μέσα είχε μια κάμαρα και φουμέρναμε και μετά βγαίναμε και καθόμαστε στη σάλα. Κατόπι απ’ το μαστούρωμα, το γλυκό ήταν ότι έπρεπε. Κανένα μπακλαβά, κανένα καταίφι, γλύκαινε ο στόμας σου. Όλοι αυτοί οι τεκετζήδες φουμέρνανε. Εκαθότανε κι έκανε δυο, τρεις, πέντε ναργιλέδες, μαστούρωνε κι αυτός. Αγγελική Βέλλου-Κάιλ - "Μάρκος Βαμβακάρης – Αυτοβιογραφία" , Εκδόσεις Παπαζήση, 1978
Ο Γιώργος Μητσάκης λέει ότι ο Μάνθος Γκραβαράς έχει και άλλο τεκέ, Ζήνωνος και Μενάνδρου, κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο, σε κτίριο ήδη μισογκρεμισμένο κατά την κατοχή.

3. Ο τεκές του Ζαμπίκου
Αναφορά στον τεκέ αυτό έχουμε στο τραγούδι του Κώστα Τζόβενου Μες του Ζαμπίκου τον τεκέ. Ο ίδιος ο Κώστας ο Τζόβενος, αφηγείταιΠαναγιώτης Κουνάδης - "Εις ανάμνησιν στιγμών ελκυστικών", Τόμας Α , Εκδόσεις Κατάρτι, 2000:
Ο Ζαμπίκος είναι στον Πειρααιά. Δεν τον γνώριζα. Εκεί που καθόμαστε στου "Μουρούζη", ήρθε ένα βράδυ ένας από την αγορά. Έμπορος. Αυτός είχε μαζί του μια Ειρήνη. Ήταν η ανηψιά του Ζαμπίκου...
Αφηγείται ο Νίκος Μάθεσης στο Λευτέρη Παπαδόπουλο:
Εδώ στον Βρυώνη από πίσω, η οδός που πάει για το Τζάνειο. Κανθάρου, ήτανε ο τεκές του Τσαμπίκου. Στην Τερψιθέα, πάλι του Τσαμπίκου. Ο ίδιος δηλαδή, ο Αντρέας. …. Μετά στα Βούρλα άνοιξε.
Και αλλού, αφήγηση του Γιάννη Πολυκανδριώτη:
Μπουζούκι μάθαμε όλοι στην Τερψιθέα. Στον τεκέ του Τσαμπίκου, στη Φραγκολησιά. Εκεί τα μάθαμε όλα. Και να παίζουμε και να πίνουμε.

Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες ο Ζαμπίκος είχε τεκέ και στου ΨυρρήΗλίας Πετρόπουλος - "Ρεμπέτικα Τραγούδια", Εκδόσεις Κέδρος, 6η Επανέκδοση, 1991, ενώ ο Γιώργος Κατσαρός αναφέρει, ότι ο Ζαμπίκος ήτανε ο πιο φημισμένος τεκετζής των αρχών του 20ου αιώνα στη Σύρο.

4. Ο τεκές του Μίχαλου και ο τεκές του Σάλωνα
Αναφέρονται στο τραγούδι του Μάρκου : Ο χαρμάνης. Αφηγείται ο Νίκος Μάθεσης:
Έχουμε τον άλλονα, του Σάλωνα του Γιώργου, ακριβώς στα σκαλάκια που πάμε για τον Άγιο Διονύση. Στα Βούρλα, του Γιάννη του Μίχαλου».
Και ο Μάρκος στην αυτοβιογραφία του:
Ο τεκές του Σάλωνα ήτανε δυο παραγκίτσες ξύλινες εκεί στο Καστράκι που ήτανε οι πρόσφυγες. …Ο Σάλωνας ήταν πάντοτε ντυμένος πολύ καλά. Με τα δαχτυλίδια του, με το κουστούμι του. Κύριος. Αυτός ήταν μάλλον από τη Σαλονίκη.
..., ο (Νίκος) Αϊβαλιώτης… εσύχναζε κι αυτός στους τεκέδες, ένα βράδυ συναντηθήκαμε στον τεκέ του Μίχαλου στα Χιώτικα Πειραιώς, έναντις των Βούρλων.
… Τα ίδια ήταν και του Μίχαλου. Μια παραγκούλα με διάφορα παραγκάκια εκεί όπου έμενε αυτός μέσα με τη γυναίκα του. Στου Μίχαλου πηγαίνανε οι πιο φίνοι μάγκες. Στου Σάλωνα πηγαίνανε οι πιο φουκαράδες ενώ στου Μίχαλου οι πιο λεφτάδες, οι πιο ντερβίσηδες οι πιο καλοί.
Και ο Μπαγιαντέρας:
-Εσείς πότε πήγατε για πρώτη φορά σε τεκέ, για να μας τον περιγράψετε;
-Να σας πω. Κάποιο βράδυ, κάποιος άλλος, … γίνεται μια εορτούλα, μου λέει, σ' ένα μαγαζί, στου Μίχαλου, χωρίς να μου πει ότι είναι τεκές και τέτοια, ξέρω 'γω τί. Εγώ, όμως, έλα που είχα ακουστά. …, και πήγα, έπαιξα τρία τέσσερα τραγουδάκια έτσι κι έφυγα.
Και σε άλλο σημείο:
Γιατί το πρώτο τραγούδι του Μάρκου έλεγε χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί,… Βγήκανε οι πλάκες αυτές στην κυκλοφορία, ακούει η αστυνομία στου Μίχαλου πάω να φουμάρω, ποιος είν’ ο Μίχαλος, που είν’ ο Μίχαλος, ξέρω 'γω τι, βγήκε το άντρο του στην επιφάνεια.

5. Ο τεκές του Σταύρου
Αναφέρεται στο τραγούδι του Μάρκου Κάντονε Σταύρο κάντονε.
Ο Σταύρος (γνωστότερος ως Σταύρακας) είχε τεκέ στα Σίδερα του Πειραιά.
Στα Καμίνια ήτανε του Σταύρακα.
Και αφήγηση του Στέλιου Κηρομύτη:
… το '33, '32 μάλιστα, τον ακούω σ' ένα τεκέ στου Σταύρακα, στην Παλιά Κοκκινιά, από κάτω, που περνάει το τρένο της Πελοποννήσου. Και είχε μια μάντρα αυτός, μέσα εκεί, ο Σταύρακας, και είχε τεκέ. Και εμείς, παρέα, με έξι εφτά παιδιά, είχαμε κάτι γκομενίτσες και περνάγαμε από εκείνα τα σίδερα -με συγχωρείς, είχαμε πάει σε κάποια ζούλα εκεί- και ακούμε μέσα στη μάντρα έναν και έπαιζε μπουζούκι. Μου λένε οι καημένοι οι φίλοι μου, Στυλιανέ, μπουζούκι, μου λένε, ξέρω 'γω τι. Δεν ξέραμε ότι ήταν τεκές τώρα μέσα εκεί εμείς. Κάνω έτσι, λοιπόν, από μια τρύπα, και βλέπουμε. Είχανε μια θράκα, λοιπόν, μέσα στη μέση, φωτιά, και ο Μάρκος. Καμιά φορά, λοιπόν, ακούσαμε το όνομα Μάρκος, να πούμε. Ε, Μάρκο, του φωνάζω, λοιπόν, εγώ από τη μάντρα. Μάρκο. Ε, ποιος είναι; Σκοτεινά, ε; Του λέω, εγώ είμαι, ο Στέλιος ο Κηρομύτης. Ελάτε μέσα, ρε, λέει. Μπαίνουμε εκεί μέσα, να πούμε. Τότε ο Μάρκος έφτιαχνε το τραγούδι, "Καν' τόνε Σταύρο", καν' τόνε - γι' αυτόν το είχε βγάλει το τραγούδι, τον Σταύρακα, που είχε τον τεκέ….
Στο ίδιο τραγούδι, αναφέρεται και ο Γιάννης ο αραμπατζής ως "μαγκιόρος" τεκετζής.

6. Ο τεκές του Περδικάκη
Σε τρία τουλάχιστον διαφορετικά τραγούδια, αναφέρεται ο τεκές του Περδικάκη:
α. Στον τεκέ του Περδικάκη, του Κ. Τζόβενου (1935)
β. Απ’ την Πόλη ένας μόρτης του Α. Νταλγκά (1931)
γ. Ένας μάγκας στο Βοτανικό του Σ. Περιστέρη (1933
Αφηγείται ο Κώστας Τζόβενος:
Α! με τον Περδικάκη δεν είχα σχέση. Δεν τον γνώριζα. Κι αυτός στον Πειραιά ήτανε. Είχα ακουστά. Υπήρχε. "
Περισσότερα για τον τεκέ του Περδικάκη, εδώ: http://rebetiko.sealabs.net/forum/viewtopic.php?t=2846&highlight=%D0%E5%F1%E4%E9%EA%DC%EA%E7

Σε αρκετά άλλα τραγούδια υπάρχουν αναφορές για διάφορους τεκετζήδες, που όμως δε γνωρίζουμε αν ήταν υπαρκτά πρόσωπα ή όχι.
7. Ο τεκές του Φώτη
Aναφέρεται στο τραγούδι του Κώστα Καρίπη Κατινάκι μου για σένα, σε τρεις εκτελέσεις με τη Ρόζα, τη Ρίτα και το Νταλγκά. (Ο Κουνάδης λέει πως ο τεκές του Φώτη αναφέρεται και σε κάποιο άλλο τραγούδι με το Ρούκουνα).

8. Ο τεκές του Μαουνιέρη
Αναφέρεται στο τραγούδι του Τούντα Κουβέντες στη φυλακή με το Στελλάκη. Σύμφωνα με τον Ηλία Πετρόπουλο: Ο Νίκος Ρούτσος είχε γράψει τους στίχους «Τον τεκέ του Μαουνιέρη μας εστήσανε καρτέρι…» γύρω στο 1918. Τους στίχους αυτούς «ρετουσάρισε» κατά τα γούστα του ο Τούντας στο εν λόγω άσμα…

9. Ο τεκές του Νώντα Αναφέρεται σε τρία κι αυτός τραγούδια:
α. Γεια σου Λόλα μερακλού του Δημήτρη Μπαρούση – Λορέντζου (1934) με τον Κώστα Ρούκουνα.
β. Ένας μάγκας χασικλής του Αντώνη Νταλγκά (1931).
γ. Ο πιτσιρίκος του Γιάννη Δραγάτση με τον Κ. Ρούκουνα (1934).

10. Ο τεκές του Γάκη ή Τάκη
Αναφέρεται στο τραγούδι του Ν. Στάμου Ο κουμπούρας απ’ τη Βάθη με τη Μαρίκα Παπαγκίκα.
Πίσω στο Μοναστηράκι
είν' ένα ένα φαρδύ σοκάκι
και μες στο φαρδύ σοκάκι
είναι ο τεκές του Γ(Τ)άκη

11. Ο τεκές του Ροϊδίτη
Αναφέρεται στο τραγούδι του Σωτήρη Γαβαλά Ο Ροϊδίτης με τη Ρίτα Αμπατζή. Ο Ροϊδίτης του τραγουδιού, αναφέρεται ως «σεβνταλής, και στο μπουζούκι μερακλής» επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι πολλοί από τους παλιούς τεκετζήδες ήταν και μπουζουξήδες.

12. Ο τεκές της Μαριγώς
Αναφέρεται στο τραγούδι Μες στον τεκέ της Μαριγώς του Σπύρου Περιστέρη. Κάποια «Μάρω» αναφέρεται και στο τραγούδι του Ιάκωβου Μοντανάρη «Ο σερέτης» που τραγουδάει ο Γιώργος Κάβουρας:
μες στου ντερβίση τον τεκέ,
που τον πατάει η Μάρω…

13. Ο τεκές του Μπάρμπα-Γιάννη στο Πασαλιμάνι
Αναφέρεται στο τραγούδι του Κώστα Καρίπη Τα χανουμάκια. Στη νουβέλα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη: «Το τάμα της Ανθούλας», διαβάζουμε για έναν «παραλιακό τεκέ», που επισκέφτηκαν οι ήρωές του:
Έκαναν το γύρο της Πειραϊκής, αμίλητοι – κι έφτασαν σ' έναν ήσυχο κολπίσκο, … λίγο πριν απ' τη μικρή γεφυρούλα που φέρνει στων Δοκίμων τη Σχολή, μέσα σ' ένα λιμανάκι γραφικό, προφυλαγμένο απ' όλες τις μεριές ήταν στημένος ο ντεκές του Νταλαβέρη. …Όποιος περνούσε στα γυρω του ντεκέ, δε θά 'βλεπε παρά ένα ξύλινο παράπηγμα, μια ξεβαμμένη κι άθλια παράγκα. Ίσως να το θαρρούσε κι ακατοίκητο. Μόλις όμως προχωρούσες παραμέσα, θα έβρισκες κρυψώνες και σπηλιές κι ένα βαθύ σκοτεινό λαβύρινο, σκαμμένο μες στο βράχο…Ναπολέων Λαπαθιώτης - "Το τάμα της Ανθούλας" , Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, 2007.

14. Ο τεκές του Νικήτα
Αφηγείται ο Νίκος Μάθεσης:
Το πρώτο μου τραγούδι τόχα γράψει με τον Γ. Παπασιδέρη,... Είχε τον τίτλο «Μες στου Νικήτα τον τεκέ» (ας σημειωθεί ότι στον κατάλογο δισκογραφίας 78 στροφών του Δ. Μανιάτη, δεν έχει εντοπιστεί ο σχετικός δίσκος, αν και στην αντίστοιχη βιβλιογραφική παραπομπή, αναφέρεται ότι πρόκειται για βαρύ και παραπονιάρικο ζεϊμπέκικο, του οποίου προηγείται ωραίο και μεγάλο ταξίμι, είναι σύνθεση του Γιάννη Δραγάτση και ότι ηχογραφήθηκε το 1931).
Χαρμάνης είμαι απ' το πρωί
και πάω να φουμάρω
μεσ' στου Νικήτα τον τεκέ
που 'χει το φίνο μαύρο

Σα μαστουριάσω στα γερά
και έρθω σε μεράκι,
σπάω νταλγκά στο σπλάγνο μου
με το μπαγλαμαδάκι.

Οι μπάτσοι μας πλακώσανε
και πιάσαν το καλάμι
και το Νικήτα πήρανε
και μείναμε χαρμάνι.
Ο Μάθεσης αναφέρει πως ο Νικήτας είναι φανταστικό πρόσωπο.

15. Ο τεκές του Νώτη
Αναφέρεται σε ακυκλοφόρητο πιθανόν τραγούδι του Ζαχαρία Κασιμάτη τους στίχους του οποίου βρίσκουμε στη Ρεμπέτικη Ανθολογία του Τάσου Σχορέλη.
Μέσα στου Νώτη μπήκαμε
και τον Δήμο βρήκαμε,
βρήκαμε και το Μεμέτη
κι αλλους τρες απ' του Τσελέπη.

Είχαν' ένα ναργιλέ
από το Νίτσι καλέ
ναργιλέ με δυο καλάμια
και φουμάρανε τα βλάμια.

Μόλις μας μπανίσανε
τον λουλά γεμίσανε
με δοντιές είκοσι πέντε
και φωτιές τέσσερες -πέντε.

Τον λουλά αδειάσαμε
κι όλοι εμπαφιάσαμε.
Τον φουμάρησε κι ο Νώτης
ο ντερβίσης ο ιππότης.Τάσος Σχορέλης - "Ρεμπέτικη Ανθολογία", Εκδόσεις Πλέθρον, Β' Έκδοση, 1980

16. Ο τεκές του Μπακ(χ)ούρου
Αναφέρεται στο τραγούδι του Κωστή: Με πιάνουνε ζαλάδες.

17. Ο τεκές του Πέτρου
Αναφέρεται στο τραγούδι "Το μπουζουκάκι", ένα από τα ελάχιστα χασικλήδικα του Σκαρβέλη:
Φερε μου Πέτρο αργιλέ
παίξε και μπουζουκάκι
για να μου φύγει ο πόνος μου βρ' αμάν αμάν
και να 'ρθει το μεράκι

Πολλών τεκετζήδων τα ονόματα διασώθηκαν από μαρτυρίες ρεμπέτηδων, χωρίς όμως να «αποθανατιστούν» στους δίσκους γραμμοφώνου.

18. Ο τεκές του Ζουάνου
Ο Μάρκος Βαμβακάρης, λέει:
Ο πρώτος τεκές, έχω ακούσει, ήτανε του Ζουάνου του Καλοκαιρινού, τα λουτρά. Έπαιζε μπουζούκι και χόρευε ζεϊμπέκικο καλό.
Μες στου Ζουάνου την αυλή,
σκοτώσαν ένα χασικλή
Δεν πρόκανα να πάω, αυτός πέθανε.
Φαίνεται ότι τους παραπάνω στίχους είχε υπόψη του ο Σωτήρης Γαβαλάς ή Μεμέτης, όταν έγραφε:
Στου Μπεζεστένη την αυλή
σκοτώσαν ένα χασικλή…
ή ο Νταλγκάς όταν τραγουδάει:
Στου Μπάρμπα Γώγου την αυλή
σκοτώσαν ένα χασικλή...


19. Ο τεκές του Γιάννη Πολυκανδριώτη
Αφηγείται ο ίδιος ο Γιάννης Πολυκανδριώτης:
... στα Βούρλα, που λέγανε τότες. Εκεί που ήτανε οι πόρνες. Από κάτω στο Γκάζι. Στην οδό Ταπητουργείου ήτανε το μαγαζί μου. … εγώ δεν πούλαγα μαύρο μέσα στο μαγαζί. Γιατί ήταν πολυτελέστατο μαγαζί. Είχαν ιδιαίτερο μέρος που παγαίνανε και το παίρνανε. … και στον τοίχο είχα κρεμασμένα δεκατρία όργανα. Εκεί μέσα σπουδάξανε ο Μπαγιαντέρας, ο Μάρκος, ο Μπάτης, ο Στράτος...
Ο Φραγκίσκος Ζουριδάκης:
Στον τεκέ του Γιάννη Πολυκανδριώτη, … γνώρισα το Στράτο το 1930.
Και ο Στέλιος Κηρομύτης:
Στον τεκέ του Πολυκανδριώτη πηγαίναμε κι εμείς. .... Ο Νίκος Μάθεσης, ο αδελφός του ο Μήτσος, εγώ, ο Μάρκος, εκεί πηγαίναμε.

20. Ο τεκές του Γκότση
Αναφέρει ο Ηλίας Πετρόπουλος:
Ο Θανάσης Γκότσης (πέθανε το 1969) είχε τεκέ στη Φρεατύδα πλάι στου Καλαμπάκα. Η Μαριγούλα ήτανε γκόμενά του.
Σύμφωνα με το Νίκο Μάθεση, ο Γκότσης ήτανε μάγκας, φίλος ενός από τους περιβόητους μάγκες του Πειραιά του Κώτσου Κεφάλα, οι οποίοι τον έσωσαν όταν κάποια φορά κάτι κουτσαβάκια ήταν έτοιμα να τον σκοτώσουν:
Για καλή μου τύχη, πέρναγε από κει ο Κεφάλας με το Γκότση. Ο Γκότσης ήτανε φίλος του Κεφάλα, μάγκας κι αυτός. Ο Γκότσης οπλοφορούσε. Μόλις πλησιάσαν κοντά και είδαν οι άλλοι τον Κεφάλα, ήταν τέρμα...

21. Ο τεκές του Γέρο-Μπλέτσα
Αφηγείται ο Γιάννης Πολυκανδριώτης:
Κανείς δεν σου μάθαινε το μπουζούκι. Παγαίναμε στον τεκέ, πιάναμε το μπουζούκι και παίζαμε μόνοι μας. Σ' ένα στενό, εκεί πιο πέρα, έπαιζε κι ο γερο-Μπλέτσας… Τεκέ είχε κι αυτός….
Και ο Νίκος Μάθεσης:
Μετά στην Πειραϊκή. Ήτανε του θείου Λάμπη. Παλιά ισοβίτης.  -Μπλάτσας είναι ο θείος, στην Πειραϊκή.

22. Ο τεκές του Σειρηνάκη
Αφηγείται ο Μπαγιαντέρας:
…χτες πήγαμε και ήπιαμε τα τσιμπούκια μας στου Σειρηνάκη,
και:
... Ο Στρίγκλας ήταν άνθρωπος του υποκόσμου. Μικρασιάτης στην καταγωγή, έφτασε εδώ το 22, και έμπλεξε στη Δραπετσώνα, στον τεκέ του Σειρηνάκη, που ήταν από τους πιο παλιούς τεκετζήδες του Πειραιά. Κ. Χατζηδουλής - Ρεμπέτικη Ιστορία - 1, Εκδόσεις Νεφέλη
και ο Νίκος Μάθεσης:
Εδώ στα Καρβουνιάρικα, εδώ στον Άγιο Νικόλα, ήτανε ο τεκές του Σειρηνάκη.

23. Ο τεκές του Μπότακα, ο τεκές του Μαρκεζίνη, τεκέδες στον Πειραιά μετά το 1920.
Γιάννης Μαρκεζίνης: Ο τεκές του (τον οποίο είχε συνεταιρικά με το Γιώργο Κερκυραίο) βρισκόταν στην αρχή της οδού Κρεμμυδαρού, στη Δραπετσώνα, λίγα βήματα πιο πέρα από τη θρυλική σιδερένια γέφυρα του Αδίου Διονυσίου (που υπάρχει (?) ακόμη και σήμερα και ενώνει τους δύο δήμους - Πειραιώς και Δραπετσώνος). 

24. Ο τεκές του Γιάννη του Γυαλιά
Αφηγείται ο Νίκος Μάθεσης:
Μετά εδώ (στον Άγιο Νικόλα-Καρβουνιάρικα) πιο δω, παραπάνω, στην παραλίτσα, ήτανε του Γιάννη του Γυαλιά.
Από τους προ Μάρκου μπουζουξήδες κι αυτός. Το όνομά του ακούγεται στο τραγούδι Στης Πειραϊκής τα βράχια με το Στράτο Παγιουμτζή. Και ο Γενίτσαρης στην αυτοβιογραφία του αναφέρει μια συνάντησή του με το Γιάννη το γυαλιά στο καφενείο του Μπάτη.

25. Ο τεκές του Φίλιππα
Και πάλι από αφήγηση του Νίκου Μάθεση:
Φεύγω με το Μάρκο και πάμε στον τεκέ του Φίλιππα, στην οδό Πειραιώς. Εγώ, ο Μάρκος και ένας τρελόμαγκας. Μόλις πήγαμε εκεί, παρουσία του Φίλιππα, λέω στο Μάρκο ότι τώρα εδώ επί τόπου, θα γράψουμε από ένα τραγούδι τέτοιο, που να μη προκαλούμε την Ασφάλεια….

26. Ο τεκές του Μπουρδούση
Λέει ο Στέλιος Κηρομύτης στο Λευτέρη Παπαδόπουλο:
Η Μπουρδούσενα ήταν πουτάνα, καλτάκα, που ζούσε μ’ ένα τεκετζή εκείνα τα χρόνια, τον Μπουρδούση. Και της βγάλανε τραγούδι…
Μπουρδούσενα, Μπουρδούσενα σε γύρευα και πούσουνα,
Μπουρδούσενα ψήσε καφέ, βάλε φωτιά στον αργιλέ…
Οι παραπάνω στίχοι διασώζονται στο τραγούδι Όπου δεις δυο κυπαρίσσια με τη Μ. Παπαγκίκα. Και στον Ηλία Πετρόπουλο:
Η Μπουρδούσενα είναι υπαρκτό πρόσωπο. Είχε, περίπου το 1925, ένα παραγκάκι, πλάι στην πόρτα των Βούρλων, όπου οι μάγκες πίνανε καφέ (και διάφορα άλλα). Τότε τα Βούρλα ήτανε ξακουστό μπορντέλο.

27. Ο τεκές του Αβίγλη
Αφήγηση του Μάρκου:
Του Αβίγλη, στα Λιπάσματα, ήτανε μια κάμαρα, χτισμένη καλά, ωραία. … Ο Αβίγλης ήτανε στραβός κι από τα δυο τα μάτια. Παλιός βουτηχτής ήτανε.

28. Ο τεκές του Λαμπράκη
…στον Άγιο Γιάννη το Μαύρο ήτανε κάποιος τεκές σ’ ένα σπίτι και πηγαίναμε και φουμέρναμε στου Λαμπράκη.

29. Ο τεκές του Λυκαδιώτη
Ο Λυκαδιώτης, ένα μαγαζάκι, σαν καφενείο.

30. Ο τεκές του Γεράσιμου
Ύστερα ήταν του Γεράσιμου στο Γκαζοχώρι. Κι αυτό σα μικρό καφενεδάκι ήταν. Παραμέσα είχε ένα άλλο δωμάτιο, τον τεκέ.

31. Ο τεκές του Κυριάκου
…βγήκα από ένα τεκέ, του Κυριάκου. Την εψώνισα πάλι εκεί κοντά στην Ανάσταση.

32. Ο τεκές του Σωτηράκη
…μια μέρα, με τσακώνουνε μέσα στον τεκέ του Σωτηράκη με πέντε άλλους και μου δίνουνε τον αργιλέ και τα καλάμια και τα χασίσια και τα τουμπεκιά στα χέρια, και δεμένον με περνούσαν, μαζί με τους άλλους, απ’ την παραλία του Πειραιώς, της Ζέας και μας επηγαίνανε για το τρίτο που ήταν στην οδό Ρετσίνα. … Τότε μας έδινε δυο τρεις μέρες κράτηση, και όσες φορές κι αν μας πιάνανε το ίδιο.

33. Ο τεκές του Κωλομπότση
Εγώ εσύχναζα σε πολλούς τεκέδες. Στο Κωλομπότση, στου Μίχαλου, στου Σάλωνα, στου Αβίγλη, κλπ.

34. Ο τεκές του Μιμίκου του Μπογιατζή
Αφηγείται ο Γιάννης Πολυκανδριώτης:
Αλλά ο πιο παλιός (μπουζουξής) απ' όλους ήταν εδώ πάνω, στου Σαββούρα, ο Μιμίκος ο Μπογιατζής. Τεκέ είχε κι αυτός, εδώ στο Σαβό, που λένε….

35. Ο τεκές του Μπαρμπαρή
Αφήγηση του Νίκου Μάθεση:
Απέναντί μας του Μπαρμπαρή ο τεκές…. Μέσα ήτανε τεκές και παιχνίδι…. Τον Μίμη το μπογιατζή δεν πρόλαβα; Αυτό που σου λέω εγώ, του Μπαρμπαρή, μετά τον πήρε ο Μίμης.

36. Ο τεκές του Κουλού
Ο τεκές του Κουλού ήταν στο Κερατσίνι, όπου και η βρύση που αναφέρεται στο τραγούδι του Μάρκου Μόρτισσα χασικλού. Εκεί ήταν και η σπηλιά του Κουλού, ακριβώς στον Άη-Γιώργη -όπου σήμερα οι αλευρόμυλοι.
Ο Μάρκος στην αυτοβιογραφία του, λέει:
Μετά απ’ αυτό το μακελειό (εννοεί στα Σφαγεία), καταλαβαίνεις με τι λαχτάρα έπαιρνα το δρόμο για τον τεκέ. Μια φορά έτρεξα στη σπηλιά του Κουλού που ήταν μια ακτή εδώ της Δραπετσώνας, η οποία ονομάζεται Απαγορεύεται. Από τότες το λέγανε Απαγορεύεται διότι εκεί πέρα εφάγανε τα σκυλόψαρα δυο-τρεις ανθρώπους. Λοιπόν εκεί στο Απαγορεύεται υπήρχε ένα απόκρημνο μέρος, το οποίο κατεβαίναμε κάτω και πηγαίναμε και φουμέρναμε….

37. Ο τεκές του Ηλία Καμπανάου
Αφηγείται ο Μιχάλης Γενίτσαρης:
Αποφασίζω με έναν φίλο μου Λουκά Λαχτάρα και πάμε στο Πέραμα, στο Κερατόπυργο. Εκεί ήτανε μια σπηλιά που τα παλιά χρόνια ήτανε ντεκές του Ηλία του Καμπανάου. Αυτή η σπηλιά ήτανε πέντε μέτρα από τη θάλασσα και είχε βάθος 8 μέτρα και φάρδος 10 μέτρα, και ψηλή 3 μέτραΜιχάλης Γενίτσαρης - Μάγκας από μικράκι - Αυτοβιογραφία, Επιμέλεια Στάθης Gauntlett, Εκδόσεις Δωδώνη 1992.

38. Ο τεκές του Μπάρμπα Σπύρου
Αφήγηση της Αγγέλας Παπάζογλου:
… Ο τελευταίος ήτανε… Ξέρεις που; Στο πλάι που το λένε τώρα Πρεβολάκι στου Μπεναρδή. Στο πλάι εκεί, πούναι τώρα η εκκλησιά η Παναγίτσα… Εκεί είχε ένα βουνό σκουπίδια…. Και στην κορφή των σκουπιδιών, ήτανε ένας τεκές, μια παράγκα… Τόχε ένας γέρος, μπάρμπα Σπύρος…Γιώργης Παπάζογλου - "Ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης" - Αγγέλα Παπάζογλου - "Τα χαΐρια μας εδώ", Εκδόσεις Ταμιείον Θράκης, 1986.

39. Ο τεκές του Ντανάκουλη
Στο βιβλίο του Ηλία Βολιώτη Καπετανάκη "Μάγκες Αλήστου Εποχής", αναφέρεται ότι ο Μιχάλης Γενίτσαρης για το θάνατο του φίλου του θυμάται καλύτερα από τους άλλους ρεμπέτες, και συνεχίζει:
Το καλοκαίρι του 1944 ο Γενίτσαρης, παίζει με τον Στράτο και τον Δελιά στο υπόγειο στου "Βλάχου", οδός Ζήνωνος και Δεληγιώργη. Παρά την πείνα, ο Ανέστος παίρνει συνεχώς ηρωίνη, φτάνει στην έσχατη εξαθλίωση. Ένα βράδυ φεύγει και πάει στον τεκέ του Ντανάκουλη στο Μεταξουργείο. Τον μαζεύει το πρωί κάρο του δήμου, παγωμένο και άψυχο, έξω από τον τεκέΗλίας Βολιώτης-Καπετανάκης - "Μάγκες Αλήστου Εποχής - 24 «ρεμπέτικα» πορτραίτα" , Εκδόσεις Μετρονόμος, 2005.

Αφηγείται ο Νίκος Μάθεσης:
Οι τεκετζήδες ήταν μάγκες αλλά όχι νταήδες, δεν ήταν σκυλόμαγκες ποτέ. Ένας σκυλόμαγκας που είχε κάνει χρόνια στη φυλακή δεν έκανε αυτή τη δουλειά, να γεμίσει το λουλά, να τον ανάψει και να τον δώσει σ’ αυτόν που παρήγγειλε, σε άνα μαγκάκι που θέλει να βγει κι αυτός κάτι, να του κάνει τον υπηρέτη.
Φυσικά τα πράγματα δεν ήταν τόσο «ειδυλλιακά» όσο τα παρουσιάζει ο Μάθεσης. Να τι αφηγείται στο Λευτέρη Παπαδόπουλο ο Ιωάννης Κανακάρης υπασπιστής του περιβόητου ενωματάρχη της Ασφάλειας Πειραιώς Γιάννη Γαλιγάλη:
Αρκετές φορές (η αστυνομία συνεργαζόταν με τους τεκετζήδες). Όχι όμως για να πιάνει τους χασικλήδες, αλλά για να συλλαμβάνει τους κλέφτες. … Μόλις, λοιπόν ο τεκετζής έβλεπε στον τεκέ ένα άγνωστο πρόσωπο που είχε πάει για να φουμάρει δήθεν, αλλά στην πραγματικότητα για να κρυφτεί από την Ασφάλεια, …, έκανε το εξής κόλπο: κουνούσε στο παράθυρο του τεκέ μια μικρή σημαιούλα, που την είχε δεμένη μ’ ένα σπάγκο. Κάποιος πιτσιρίκος, που τον είχαμε επιτούτου έξω από τον τεκέ, έβλεπε τη σημαιούλα που κουνιόνταν κι έτρεχε αμέσως και μας ειδοποιούσε….
Σημαία κουνούσε ο Σταύρακας, ο Σάλωνας, ο Μίχαλος και πολλοί ακόμα, εξασφαλίζοντας έτσι τα στραβά μάτια της Ασφάλειας….

Μια Κυριακή στην οδό Φυλής 115


Η Κυριακή ήταν πάντα μια διαφορετική μέρα, μια άλλη μέρα, ήταν η αρχόντισσα της εβδομάδας.
    Μια Κυριακή στην οδό Φυλής 115

    Γυρίζω αρκετές δεκαετίες πίσω, γύρω στο τέλος της δεκαετίας του ’60 και αρχές του ’70, στο μεταίχμιο της προεφηβικής και της εφηβικής μου αθωότητας.

    Εκεί που συγκρουόταν στο πολιτικό και στο κοινωνικό περιβάλλον, το φως μες το σκοτάδι, το άσπρο με το μαύρο και ανέδυε ένα ιδιαίτερο γκρι χρώμα στολισμένο όμως με ένα χαμόγελο και μια αισιοδοξία που ήταν ο οπλισμός της προηγουμένης γενιάς μετά από τόσες ταλαιπωρίες και συμφορές που πέρασε.

    Μόλις άνοιγες το παράθυρο στο μπαλκόνι της οδού Φυλής 115 καταλάβαινες αμέσως ότι είναι Κυριακή.

    Ο ήλιος και η συννεφιά ανάλογα με τον καιρό φόραγαν μια διαφορετική φορεσιά, φόραγαν τα «καλά τους».

    Τότε δεν υπήρχε η αργία του Σαββάτου και η Κυριακή ήταν η μοναδική ανάσα μέσα στην εβδομάδα.

    «Κυριακή γιορτή και σχόλη να ‘ταν η βδομάδα όλη» έλεγαν οι παλαιότεροι έξω στους δρόμους και οι θόρυβοι ήταν διαφορετικοί.

    Ήταν χαμηλόφωνοι και διακριτικοί χωρίς υπερβολές, λες και ήθελαν να σεβαστούν το αργοπορημένο πρωινό Κυριακάτικο ξύπνημα ή ήθελαν να αφουγκραστούν ό,τι συνέβαινε στο εσωτερικό των σπιτιών ή των διαμερισμάτων.

    Από τα πλαϊνά παράθυρα μας κύκλωναν οι μυρωδιές των φαγητών που μαγείρευαν οι νοικοκυρές και μεθούσαν τις αισθήσεις.

    Τότε όπου το κρέας μοσχοβολούσε όπως και η ντομάτα και το πεπόνι δεν είχε γεύση «φαρμακοποτισμένου» αγγουριού.

    Εκείνη την εποχή οι νοικοκυρές μαγείρευαν καθημερινά ωραία σπιτικά φαγητά για τον άνδρα τους και τα παιδιά τους και ιδιαίτερα το Κυριακάτικο μεσημεριανό τραπέζι είχε μια διαδικασία τελετουργική. Βλέπετε δεν υπήρχαν τότε οι «ντελιβεράδες» και τα fast foods.

    Τα παιδιά ήξεραν τη φάβα, το σπανακόρυζο, τον μουσακά, τις σουπιές με τα χόρτα, το αρνάκι φρικασέ και άλλα πολλά εξαιρετικά εδέσματα.

    Ας είναι βέβαια καλά οι Ελληνίδες της Μικράς Ασίας που ήρθαν στην Ελλάδα και έμαθαν στους κατοίκους των αστικών περιοχών τι σημαίνει καλό φαγητό.

    Χτυπούσε το κουδούνι την Κυριακή το πρωί, άνοιγα την πόρτα και εφορμούσαν οι φίλες της μητέρας μου και στο σπίτι άρχιζε μια μικρή γιορτή. Το πετρογκάζ στο φόρτε του, έψηνε καφέδες κατά ριπάς, τα γλυκά του κουταλιού έσταζαν γλυκάδα και μεράκι κι άρχιζαν ατελείωτες συζητήσεις. Γέλια, πειράγματα και κάποια αθώα κουτσομπολιά πηγαινοερχόντουσαν σαν το μπαλάκι του πινγκ-πονγκ.

    Πρώτη και καλύτερη η κυρία Βενετία από το διπλανό διαμέρισμα, που ήρθε από την Πόλη με τον άνδρα της τον Κυρ Κώστα που του άρεσε πολύ το «ντούζικο» (έτσι έλεγαν στη Πόλη το ούζο) και ο παστουρμάς.

    Η κυρία Βενετία, ήταν μια φινετσάτη αρχοντοντυμένη Πολίτισσα που κουβαλούσε πάνω της και στη ψυχή της, τα στολίδια και τα λούσα μιας αξέχαστης εποχής για τον Ελληνισμό. Οι κουβέντες της και οι περιγραφές της, ήταν ένας μεγάλος μπαχτσές με πολύχρωμα λουλούδια όπου εγώ μαζί με τη ξαδερφούλα μου από τον Βόλο, την Ουρανία, την επισκεπτόμασταν συχνά. Καθόμασταν σε μια γωνιά και ρουφάγαμε απολαυστικά κάθε της λέξη.

    Αυτό που λείπει ζωτικά σήμερα από τη ζωή μας είναι «Οι Παραμυθάδες», αυτοί που ήξεραν να αφηγούνται καταπληκτικά πράγματα.

    Ήταν μια απολαυστική μέθεξη βουτηγμένη στη νοσταλγία˙ με πόνο, γέλιο και πολλά αναπάντητα γιατί, πασπαλισμένα με μπόλικο μπαχάρι.

    Όταν άνοιγα το ραδιόφωνο ήταν σαν να άνοιγα να μπούνε οι άλλοι φίλοι μας. Νωρίς το πρωί ο Νίκος Γούναρης, ο Γιάννης Βογιατζής, ο Τόνυ Μαρούδας και πολλοί άλλοι που αποτελούσαν τον κόσμο του ελαφρού τραγουδιού. Γύρω στις 12 το μεσημέρι έμπαινε σαν σίφουνας ο Γιώργος Οικονομίδης με την εκπομπή «Νέα ταλέντα». Η φωνή του Οικονομίδη «Φίλοι μου αγαπημένοι» ακόμα ηχεί στα αυτιά μου. Ο Οικονομίδης, ήταν ένας χαρισματικός κονφερασιέ με ωραία αριστοκρατική παρουσία και μεγάλη ακτινοβολία. Μέσα από την εκπομπή του ανεκάλυψε μεγάλες φωνές, όπως της Μούσχουρη, της Τζένης Βάνου, της Βίκυς Μοσχολιού, του Κώστα Χατζή, του Χάρρυ Κλυνν και πολλών άλλων. Οι παρλάτες του και οι ατάκες του, δεν είχαν ίχνος χυδαιότητας και έμμετροι αυτοσχεδιασμοί της στιγμής. Τώρα θυμήθηκα μέσα από το βραχνό μικρόφωνο του ραδιοφώνου να βγαίνουν οι φωνές του Δημήτρη Μυράτ και της Βούλας Ζουμπουλάκη στο θρυλικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο «Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε» μέσα από την εκπομπή του Αχιλλέα Μαμάκη «Το θέατρο στο μικρόφωνο», «Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι, εσείς κι εγώ. Είναι οι γυναίκες που μας μιλούν, είναι τα παιδιά που μας κοιτούν….».

    Γύρω στη μία το μεσημέρι άρχιζαν οι διαφημιστικές εκπομπές των δισκογραφικών εταιριών. Η Columbia δειγμάτιζε τις νέες κυκλοφορίες με μουσική τίτλων τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Η Odeon - Parlophone(πρόδρομος της Minos) με τους «Γλάρους» του Πάνου Γαβαλά και η Lyra του Πατσιφά που έπαιζε από το «Τι Λωζάννη τι Κοζάνη» μέχρι το Jesus Christ Superstar του Webber έκανε intro με το ρολόι του Γιώργου Ρωμανού.

    Αξέχαστη θα μείνει η φωνή του Γιώργου Λεφεντάριου στην εκπομπή της Minos να λέει «και τώρα το τραγούδι του Πάριου» και ενδιάμεσα του τραγουδιού να φωνάζει «Μπράβο Πάριε, τραγούδα Πάριε».

    Εκείνη την εποχή παρ’ όλο που υπήρχαν συνθέτες ολόκληρα θηρία όπως ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Λοΐζος, ο Σπανός, ο Κουγιουμτζής, η πατρότητα των τραγουδιών ανήκε μόνο στους τραγουδιστές. Όσον  αφορά τους στιχουργούς, ελάχιστη τους δίναν σημασία.

    Ήταν κάτι ανάλογο με ό,τι συμβαίνει και συνέβαινε με τους φαρμακοποιούς. Όταν έφτιαχναν οι ίδιοι τα φάρμακα τους έλεγαν φαρμακοπώλες ενώ σήμερα που δεν τα φτιάχνουν, τους λένε φαρμακοποιούς. Τις απογευματινές ώρες έμπαιναν από το Ραδιόφωνο άλλες παρέες, άλλοι φίλοι. Οι Beatles, οι Rolling Stones, οι Animals, οι Kinks, ο Tom Jones, η Rita Pavone και το μουσικό περιβάλλον υποδεχόταν άλλους ήχους και μουσικές τεχνοτροπίες.

    Παρ’ όλο που οι πρωινές παρέες με τις απογευματινές ήταν εντελώς διαφορετικές και ανομοιογενείς, υπήρχε τρόπος και διάθεση από τη πλευρά μας να συγχρωτιστεί η διαφορετικότητά τους. Όλοι ήταν καλοδεχούμενοι στις φιλόξενες αγκαλιές και ψυχές μας.

    Το κυρίαρχο θέμα της Κυριακής για τον ανδρικό πληθυσμό, ήταν τοποδόσφαιρο. Από το πρωί στα καφενεία ατέλειωτες συζητήσεις για τα ματς της ημέρας, για τα γήπεδα, που θα πάνε ή τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις των αγώνων του απογεύματος, με πολλά πειράγματα, αστεία και συνθήματα. Όλα αυτά μέσα σε μια ατμόσφαιρα φιλική και πολιτισμένη με διάθεση χαράς και απόλαυσης.

    Συνήθως προς το βραδάκι υπήρχε στο μενού της ημέρας πολλές φορές το σινεμαδάκι, όπου εκεί συναντούσαμε άλλους φίλους μας και ήρωες μας ντόπιους ή ξένους όπως τον Κούρκουλο, τον Αλεξανδράκη, τη Λάσκαρη, τον Κλιντ Ίστγουντ, τον Λουί Ντε Φυνές, τον Ζαν Πολ  Μπελμοντό και πολλούς άλλους.

    H τελευταία αδημονία και γλύκα της Κυριακής είναι η αναμονή για τα αποτελέσματα του ΠΡΟΠΟ και η Αθλητική Κυριακή με τη φωνή του Διακογιάννη. Όλοι σχεδόν παίζαμε ΠΡΟΠΟ αλλά τελικά κανείς δεν κέρδιζε.

    Και μετά απ’ όλα αυτά ξεκινούσε μια ήπια κατάθλιψη με τη σκέψη ότι τη Δευτέρα θα πηγαίναμε πάλι σχολείο. Αν δε, η πρώτη ώρα ήταν τα Μαθηματικά και το γεγονός ότι θα βλέπαμε τον θηριώδη αλλά και πολύ καλό καθηγητή Διαούρτα, τότε μεγάλωνε η μελαγχολία. Ο Διαούρτας, 
    ο οποίος είχε ένα άμεσο και σαρκαστικό χιούμορ έλεγε 
    «Αμ το ‘λεγα εγώ, το Γυμνάσιο πρέπει να γίνει οκτατάξιο».
     Κι όταν τον ρωτάγαμε «Γιατί, κύριε καθηγητά;», απαντούσε «Γιατί και τα τούβλα για να ψηθούν χρειάζονται οκτώ μέρες».

    Η σχέση μας με την Κυριακή, ήταν μια σχέση ερωτική. Είναι σαν την ερωμένη, όπου ζούμε με την αναμονή της συνάντησης και όταν φεύγει συντηρούμε τον ψυχισμό μας, με την αναμονή της επόμενης συνάντησης.

    Έτσι απλά, κάποιες σκέψεις με νοσταλγία.

    Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

    1960 Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες

    1998-ΠΟΛΥΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΝΕΟΙ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΝΑΥΑΓΙΣΜΕΝΩΝ

    Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΥΣΙΔΩΝ ΣΑΡΩΣΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΑΓΑΖΙΑ * ΤΩΡΑ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΜΟΥ, «ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ» ΚΑΙ Η ΟΜΟΝΟΙΑ Τα πρώτα πολυκαταστήματα ανέτειλαν με την αυγή του 20ού αιώνα! Ο μοιραίος Μάης του Διαμαντή και του Άκρον Ίλιον Κρυστάλ Άκρον: Οι Μικρασ...

    ΝΙΚΟΣ ΚΩΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ30/04/1998  

    Η 19η Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς ήταν ίσως η πιο κρίσιμη νύχτα για το αθηναϊκό εμπόριο. Πυρκαγιές καταστρέφουν το Μινιόν και τον Κατράντζο
    Πρίν από 15-20 χρόνια, επτά «μεγάλοι παίκτες» κρατούσαν στα χέρια τους τη μεγαλύτερη δύναμη στο λιανικό εμπόριο και έλεγχαν τον τζίρο.
    Σήμερα, από τους παραδοσιακούς σώθηκαν μόνον αυτοί που πρόλαβαν να κάνουν αλλαγές, όπως ο Λαμπρόπουλος και ο Κλαουδάτος. Η νέα εποχή σάρωσε όμως τον Κατράντζο, τον Δραγώνα και πρόσφατα τον Διαμαντή και το Άκρον Ίλιον Κρυστάλ, που έκλεισαν άδοξα. Άγνωστο και αβέβαιο είναι ακόμα το μέλλον του Μινιόν, που περνάει άλλη μία κρίση.
    Στη θέση της παλαιάς φρουράς «ξεφύτρωσαν» άλλα πολυκαταστήματα, ενώ τον τζίρο, που σήμερα φθάνει και ξεπερνάει τα 500 δισ. μοιράζονται τώρα Έλληνες και ξένοι επιχειρηματίες, που έφεραν τη μόδα της εξειδίκευσης. Επίσης, ένα μέρος της πίτας πήραν τα μαγαζιά από αλυσίδες που δημιουργήθηκαν με τη μέθοδο του franchising, ενώ ένα άλλο κομμάτι απέσπασαν οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Ο Λαμπρόπουλος και ο Κλαουδάτος εκσυγχρονίσθηκαν και εφάρμοσαν τεχνικές με διεθνείς συνεργασίες και «shop in shop» (κατάστημα στο κατάστημα).
    Η ΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ '80
    Τα Χριστούγεννα του 1980 σημάδεψαν την αγορά. Η 19η Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς ήταν ίσως η πιο κρίσιμη νύχτα για το αθηναϊκό εμπόριο. Πυρκαγιές καταστρέφουν το Μινιόν και τον Κατράντζο. Φωτιά ξεσπάει εκείνες τις ημέρες και στον Λαμπρόπουλο, στο κατάστημα του Πειραιά. Ο Κατράντζος «έσβησε», ενώ το Μινιόν γονάτισε από τα προβλήματα. Πάντως, όλες οι επιχειρήσεις του είδους είχαν από πριν αρχίσει να αντιμετωπίζουν προβλήματα.
    Οι αλλαγές είχαν ξεκινήσει λίγο μετά το 1975. Η «χρυσή» εποχή τελείωνε. Η εμφάνιση και η επέκταση των σούπερ μάρκετ άλλαζε όλη την αγορά. Τα σούπερ μάρκετ άρχισαν να πουλάνε εκτός από τρόφιμα και άλλα φθηνά, ως επί το πλείστον, είδη, κόβοντας κίνηση από τα πολυκαταστήματα. Σιγά σιγά, οι αλυσίδες τροφίμων άρχισαν να διαθέτουν και επώνυμα είδη. Οι καταναλωτές άρχισαν να βρίσκουν γυαλικά και ρούχα, σερβίτσια και είδη για την εξοχή, καθώς και αθλητικά ή σχολικά και τσάντες σε φθηνές τιμές.
    Εκείνη ακριβώς την περίοδο αρχίζει και αναπτύσσεται από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη ο θεσμός του franchising. Η μέθοδος που επέτρεπε στις αλυσίδες να επεκτείνονται με συνεταίρους.
    Η δικαιοπάροχος εταιρεία (franchisor) έδινε το όνομα της φίρμας της στον δικαιοδόχο. Κέρδιζε από το εφάπαξ τίμημα για την παροχή του ονόματος, από τα ποσοστά των πωλήσεων (δικαιώματα) και από τις προμήθειες των προϊόντων.
    Η ΠΛΗΘΩΡΑ
    Λίγο αργότερα ήρθε και στην Ελλάδα ο θεσμός του «shop in shop» (δηλαδή κατάστημα μέσα στο κατάστημα). Τα πολυκαταστήματα μετατρέπονταν σε εμπορικά κέντρα, παραχωρώντας χώρους μέσα στο πολυκατάστημα σε εταιρείες και μαγαζιά, που πωλούσαν τα δικά τους είδη. Η επιχείρηση «κέρδιζε από τα ενοίκια, μείωνε το λειτουργικό κόστος από αμοιβές υπαλλήλων και άλλα έξοδα και διατηρούσε, αν ήθελε, και τους δικούς της αποκλειστικά χώρους», λέει διευθυντής πολυκαταστήματος.
    ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΑΙΚΤΕΣ
    Η Ερμού, με την πεζοδρόμηση και την προοπτική τού Μετρό, αποτέλεσε τον πρώτο στόχο για τους «νέους παίκτες», οι οποίοι μπαίνουν στην αγορά για να ανταγωνισθούν τα παραδοσιακά πολυκαταστήματα. Περισσότερα από 10 δισ. δρχ. επένδυσαν μέσα στον τελευταίο χρόνο Έλληνες και ξένοι, για να «πιάσουν» επίκαιρο πόστο στον «χρυσό δρόμο».
    Ο τζίρος στο επώνυμο ρούχο υπολογίζεται ότι φθάνει τα 300 δισ. δρχ. τον χρόνο. Άλλα 180 δισ. δρχ. υπολογίζουν οι επιχειρηματίες ότι είναι οι συνολικές πωλήσεις στα «casual» ρούχα και τα αθλητικά. Αν υπολογισθούν και τα παιδικά, τα υποδήματα και τα είδη για το σπίτι, εξηγείται το ενδιαφέρον των Ελλήνων και ξένων επενδυτών.
    Οι επιχειρηματίες επενδύουν, γνωρίζοντας ότι το Μετρό, με σταθμό στο Σύνταγμα από την επάνω πλευρά του δρόμου και με δεύτερο σταθμό το Μοναστηράκι στην κάτω πλευρά, λύνει «το πρόβλημα της πρόσβασης και δίνει νέα αξία στο εμπορικό κέντρο», σύμφωνα με την άποψη μεγαλοεισαγωγέα ενδυμάτων.
    Μεγάλο μέρος του δρόμου ελέγχεται από ξένες φίρμες και ξένα 
    κεφάλαια δικαιοπαρόχων (franchisor), οι οποίοι διατηρούν μέχρι και ποσοστό 52% σε αρκετές δικαιοδόχους επιχειρήσεις.
    ΟΙ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ
    Κοντά τους συνεργάζονται ή επενδύουν αυτόνομα και Έλληνες επιχειρηματίες, ακόμα και μεγάλα ονόματα. Στον δρόμο κυριαρχεί η ισπανική επιχείρηση Zara με δύο καταστήματα, καθώς και ο Όμιλος Μαρινόπουλου με τα Marks & Spenser στο παλαιό ακίνητο του Διαμαντή. Λίγο παραπάνω και «σφήνα» στις φίρμες αυτές, μπαίνει ο επιχειρηματίας κ. Φωκάς από τη Θεσσαλονίκη, που πήρε το παλιό ακίνητο στο οποίο στεγαζόταν το Άκρον Ίλιον Κρυστάλ της Ερμού.
    Στον ίδιο δρόμο, το Celio, το Artisti Italiani, το Benetton, η Άννα Ρίσκα και άλλες φίρμες που αναπτύχθηκαν με franchising. Επίσης, στον ίδιο δρόμο και το Prenatal, αλλά και η Αθηναία. Στη μία πλευρά στο παλιό της ακίνητο φιλοξενεί την φίρμα Bhs και στο διπλανό ακίνητο εφαρμόζει το σύστημα «shop in shop», φιλοξενώντας επώνυμες ετικέτες και φίρμες του εξωτερικού.
    Η ανάπτυξη της Ερμού, λέει επιχειρηματίας, είναι προάγγελος των όσων θα συμβούν και στην Ομόνοια με την έλευση του Μετρό. «Εκεί υπολόγιζα και εγώ», λέει ο τελευταίος ιδιοκτήτης του Μινιόν κ. Λυσ. Ησαϊάδης. «Το Μινιόν είναι το μεγαλύτερο κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας, με χώρους 44.000 τ.μ.».
    Πράγματι, όλοι οι ενδιαφερόμενοι παρακολουθούν τις εξελίξεις στο Μινιόν. Ανεξάρτητα όμως από αυτές, κάποιοι επιχειρηματίες έχουν ήδη «κινηθεί».
    Σύμφωνα με πληροφορίες που κυκλοφορούν σε επιχειρηματικούς κύκλους, μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ και μία επίσης μεγάλη εταιρεία καλλυντικών έχουν δείξει ενδιαφέρον για άλλα ακίνητα της Ομόνοιας.


    Περίπου 100 χρόνια πριν, έκανε στην Αθήνα την πρώτη του εμφάνιση ένα μεγάλο κατάστημα από αυτά που αργότερα ονομάστηκαν πολυκαταστήματα. Ήταν το Athenee. Δημιουργός του, ο έμπορος Χρυσικόπουλος. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1901, ανοίγει ένα μικρό κατάστημα με ανδρικά είδη: Οι Αδελφοί Λαμπρόπουλοι.
    Ο Δραγώνας ήρθε ύστερα από αυτούς. Έκανε την εμφάνισή του τη δεκαετία του 1910, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο κ. Ι. Γεωργακάς φτιάχνει το Μινιόν. Όχι το σημερινό, αλλά ένα μικρό κατάστημα που αρχικά ήταν ένα «περιπτεράκι». Εξ ου και και το όνομα Μινιόν.
    Πάντως, προς το τέλος της δεκαετίας του 1930 εμφανίζονται και τα άλλα μεγάλα ονόματα του αθηναϊκού εμπορίου. Ο Κλαουδάτος, ο Διαμαντής, ο Κατράντζος και το Άκρον Ίλιον Κρυστάλ. Η Αθηναία εμφανίστηκε αργότερα. Την ίδια περίπου εποχή, το Athenee θα αλλάξει χέρια. Περνά στους Αδελφούς Τσιτσόπουλους.
    Όλα αυτά τα καταστήματα δημιούργησαν το εμπορικό κέντρο της Αθήνας. Ήταν συγκεντρωμένα στην ίδια περιοχή, με άξονα την Ομόνοια και το Σύνταγμα και τους παραδοσιακούς εμπορικούς δρόμους, την Αιόλου και την Ερμού.
    Από το 1950 και μετά, άρχισε να αναπτύσεται η αγορά. Παλιοί έμποροι, οι οποίοι ακόμα και σήμερα δραστηριοποιούνται στην αγορά, θυμούνται με νοσταλγία αυτή την εποχή: «Η χρυσή εποχή για τα εμπορικά καταστήματα της Αθήνας ήταν από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τότε ήταν όλα διαφορετικά. Τα καταστήματα έκαναν επεκτάσεις μέχρι το 1980. Η πρόσβαση στην Αθήνα ήταν εύκολη. Το κέντρο της πόλης ήταν "ζωντανό", χωρίς να επικρατεί το χάος που έγινε καθεστώς λίγα χρόνια αργότερα. Ο καταναλωτής μπορούσε να βρει τα πάντα».
    Το ένα κατάστημα έφερνε κόσμο στο άλλο, λένε έμποροι της περιοχής. Ο Λαμπρόπουλος ήταν στα Χαυτεία, το Μινιόν δέσποζε στην Πατησίων και την ευρύτερη περιοχή της Ομόνοιας, ενώ ο Κατράντζος βρισκόταν λίγο πιο πάνω από τον Λαμπρόπουλο, στη Σταδίου.
    Ο Δραγώνας ήταν στην Αιόλου και πίσω του, από την πλευρά της Αθηνάς και της Πλατείας Δημαρχείου, ήταν εγκατεστημένος ο Κλαουδάτος. Ψηλότερα, προς το Σύνταγμα, ήταν ο Διαμαντής με ηγεμονικό ακίνητο στην αφετηρία της οδού Ερμού.


    Ο «ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ μήνας για τα πολυκαταστήματα με είδη γυαλικών και οικιακής χρήσης φαίνεται ότι είναι ο Μάιος. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί; Μάιο του 1996 «ράγισε» ο Διαμαντής και ένα χρόνο αργότερα, συνέβη το ίδιο με το Άκρον Ίλιον Κρυστάλ.
    Σήμερα, οι επιχειρηματίες λένε ότι τα μεγάλα αυτά καταστήματα έκλεισαν επειδή δεν άντεξαν τον ανταγωνισμό των μεγάλων ονομάτων του εξωτερικού και την αφαίμαξη που τους έγινε από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Μιλούν ακόμα για οικογενειακές διαφωνίες, αλλά «ρίχνουν» ευθύνες και στους διοικούντες.
    Η ΑΚΜΗ ΤΟΥ «ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ»
    Ούτε που είχαν περάσει όλα αυτά από το μυαλό του Παναγιώτη Διαμαντή όταν δημιουργούσε το πρώτο μαγαζί της ομώνυμης αλυσίδας το 1937. Στη δεκαετία του 1950 η επιχείρηση μεσουρανούσε, προσφέροντας ποιοτικά και φθηνά εμπορεύματα στους καταναλωτές. Το 1957 έφθασε να γίνει και ανώνυμη εταιρεία.
    Η εταιρεία γίνεται μεγάλη αλυσίδα την περίοδο που στο κουμάντο της επιχείρησης βρίσκονται οι Μεγακλής, Νίκος και Γεώργιος Διαμαντής. Την περίοδο αυτή η επιχείρηση αναπτύσσεται με μικρά, αλλά σταθερά βήματα και σιγά σιγά γίνεται καθεστώς στην αθηναϊκή αγορά.
    ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΙ ΖΗΜΙΕΣ
    Οι «φουρτούνες» αρχίζουν όταν το τιμόνι της επιχείρησης αναλαμβάνει η νέα γενιά. Η πολιτική της εταιρείας αλλάζει. Αρχίζουν οι μεγάλες επεκτάσεις. Δημιουργούνται έξι νέα καταστήματα, δύο στον Πειραιά και από ένα στην Αγία Παρασκευή, την Ερυθραία, τη Γλυφάδα και στην Αθήνα στην Αγίου Κωνσταντίνου.
    Τα μόλις 67 εκατομμύρια κέρδη του 1991 θα γίνουν το 1992 ζημίες 234 εκατομμυρίων. Το 1993 συνεχίζονται οι ζημίες (162 εκατομμύρια) και το 1994 φθάνουν τα 850 εκατομμύρια. Στο τέλος του 1994 οι συσσωρευμένες ζημιές θα φθάσουν σε 1,2 δισ. δρχ. όταν το κεφάλαιο της επιχείρησης ήταν 589 εκατομμύρια δραχμές. Λίγο αργότερα, τα βραχυπρόθεσμα χρέη πλησιάζουν τα 5 δισ. δρχ. και «πνίγουν» την επιχείρηση, που οφείλει σε Τράπεζες και σε πολλούς μικρούς και μεγάλους προμηθευτές. Η μεγάλη αύξηση του δανεισμού θα προκαλέσει την υποθήκη των ακινήτων.
    Τον Σεπτέμβριο του 1995 σταματά και η διαπραγμάτευση της μετοχής της εταιρείας στο Χρηματιστήριο. Οι διοικούντες θα ζητήσουν από το Εφετείο να διορίσει επίτροπο για να μπουν νέοι συνέταιροι και να συνεχίσει η εταιρεία την πορεία της. Αλλά το Εφετείο απορρίπτει το αίτημα. Η τελευταία πράξη θα παιχτεί, με τη μεταφορά των προϊόντων από το κτίριο της Ερμού σε αυτό της Καλλιθέας. Το ακίνητο περνά στην Marks & Spencer που εκπροσωπεί στην Ελλάδα ο Όμιλος Μαρινόπουλου. Ο Διαμαντής «σβήνει».




    Τον Μάιο του 1997, η Ιονική Τράπεζα κατάσχει το εμπόρευμα της επιχείρησης για χρέη 120 εκατομμυρίων δραχμών
    ΤΟΝ ΜΑΪΟ του 1997 κλείνει ο κύκλος και για το Άκρον Ίλιον Κρυστάλ. Η ιστορία άρχισε το 1922 όταν μαζί με τους άλλους ξεριζωμένους Μικρασιάτες ήρθε στην Ελλάδα και ο Αναστάσιος Μεϊμαρίδης, με τον αδελφό του Αντώνη και την Κατίνα Πιρπίρογλου.
    Ο αδελφός τους Αντισθένης ήταν εδώ από το 1920. Η οικογένεια προσπαθεί να επιβιώσει γυρνώντας την Αιόλου μ' ένα καροτσάκι και πουλώντας γυαλικά. Τρία χρόνια αργότερα, βλέποντας ότι οι Αθηναίοι αντικαθιστούν τα εμαγιέ με γυαλικά, θα ανοίξουν το κατάστημα της οδού Αιόλου. Σύντομα θα προστεθούν άλλα δύο καταστήματα, όλα στην οδό Αιόλου. Τα «Κρυστάλ», «Bazaar» και «Γραμμή».
    Μέχρι το 1970 η επιχείρηση παραμένει ομόρρυθμος εταιρεία. Στο διάστημα αυτό τα μέλη της αποκτούν μεγάλη ακίνητη περιουσία.
    ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ
    Στη διάρκεια του πολέμου αγοράζεται το ακίνητο της Σταδίου, που βρισκόταν το παλαιό ξενοδοχείο «Κεντρικόν». Μετά τον πόλεμο ο Αντισθένης Μεϊμαρίδης ιδρύει και στη Νέα Υόρκη ένα νέο κατάστημα το «Άκρον». Αλλά η σοβαρή ασθένεια του αδελφού του Αναστάσιου θα τον υποχρεώσει να επιστρέψει στην Ελλάδα εγκαταλείποντας το σχέδιο.
    Αντί για αυτό η οικογένεια δημιουργεί ένα μεγάλο κατάστημα 7 ορόφων στο κτίριο της Σταδίου 26. Όταν πέθανε ο Αντισθένης η επιχείρηση διέθετε εκτός από το Άκρον της Σταδίου και το Ίλιον στην Ερμού, όπως και το παλαιό Κρυστάλ στην Αιόλου. Υπήρχε επίσης το Domus στο Κολωνάκι.
    Τα ηνία της επιχείρησης πέρασαν στους γιους του Αντισθένη, Γιώργο και Γιάννη Μεϊμαρίδη. Ο τελευταίος, γνωστός ραλίστας με το παρατσούκλι «Μαύρος», θα βρει τραγικό θάνατο σε σιρκουί της Ρόδου.
    Ο κ. Γιώργος Μεϊμαρίδης έχει πολλά σχέδια, αλλά συναντά την αντίθεση της οικογένειας. Ο εκσυγχρονισμός της επιχείρησης που οραματιζόταν απαιτούσε κεφάλαια. Τελικά, δημιουργείται η ομόρρυθμος επιχείρηση Μεϊμαρίδης - Πιρπίρογλου, με 4 εταίρους.
    Το 1972 η εταιρεία δημιουργεί κατάστημα στη Θεσσαλονίκη και φτιάχνει και την εταιρεία ΑΤΕΝΑ Α.Ε. με σκοπό τις εισαγωγές και το χονδρεμπόριο. Αργότερα γίνονται και άλλα καταστήματα. Μέχρι το 1992 η εταιρεία είχε 9 καταστήματα. Στην Ερμού, τη Σταδίου, το Ψυχικό, το Χαλάνδρι, την Ερυθραία, τη Νέα Ιωνία, την Ανάβυσσο, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη.
    ΛΑΘΗ ΧΕΙΡΙΣΜΩΝ
    Τελευταίο και «πιλοτικό» κατάστημα είναι αυτό της Νέας Ερυθραίας. Γεννιέται το 1992, που η επιχείρηση περνά στον εφοπλιστή κ. Περ. Παναγόπουλο, με (δρομολογημένα φέρι στη γραμμή της Πάτρας προς την Ιταλία). Η οικογένεια άργησε 2 χρόνια να αποφασίσει πως η εταιρία έπρεπε να μπει στο χρηματιστήριο. η καθυστέρηση τους υποχρέωσε στην πώληση της επιχείρησης. Ωστόσο, ο κ. Μεϊμαρίδης διατηρεί το 29% .
    Με την αλλαγή η εταιρεία δείχνει να «περπατάει» και ο πρώτος ισολογισμός για χρήση πέραν των 12 μηνών θα δείξει πωλήσεις 4 δισ. δρχ. συνολικές υποχρεώσεις 3,2 δισ. δρχ., αλλά και ζημίες 1,9 δισ. δραχμές.
    ΝΕΟΣ - ΤΡΙΤΟΣ - ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ
    Αυτά τα οικονομικά προβλήματα θα κουράσουν τον κ. Παναγόπουλο. Σε γενική συνέλευση της εταιρείας θα γνωριστεί με τον Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία κ. Γ. Κουτσογέωργα και τον Νοέμβριο του 1993 θα του πουλήσει το μερίδιό του. Εκείνο τον χρόνο η εταιρεία είχε μικρά κέρδη, 8,7 εκατομμυρίων δρχ. και συνολικές υποχρεώσεις 2,7 δισ. δρχ. Ο νέος ιδιοκτήτης θα κάνει δύο διαδοχικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, που θα μειώσουν το ποσοστό του κ. Γ. Μεϊμαρίδη στο 15%.
    Το 1993, η επιχείρηση παρουσιάζει πωλήσεις 2,6 δισ. δρχ., συνολικές υποχρεώσεις 2,7 δισ. δρχ., αλλά η χρονιά έχει και μεγάλες ζημίες 2,4 δισ. δρχ.
    Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ - ΤΟ ΤΕΛΟΣ
    Το 1995 η εταιρεία βλέπει να αυξάνονται οι υποχρεώσεις της στα 3,3 δισ. δρχ., ενώ οι ζημίες είναι άλλα 3,1 δισ. δρχ. Από το 1996 ο τελευταίος ιδιοκτήτης ψάχνει για νέο αγοραστή. Αλλά δεν υπάρχει σοβαρό ενδιαφέρον και η κατάσταση της επιχείρησης επιδεινώνεται, μέχρι τον Μάιο του 1997, οπότε η Ιονική Τράπεζα κατάσχει το εμπόρευμα της επιχείρησης για χρέη 120 εκατομμυρίων δραχμών.
    Την ίδια περίοδο, οι 220 εργαζόμενοι της επιχείρησης 3 μήνες απλήρωτοι και χωρίς δώρο του Πάσχα έχουν ξεκινήσει επίσχεση εργασίας. Θα μείνουν τελικά στον δρόμο παρά τις συγκινητικές τους προσπάθειες να διασώσουν την επιχείρηση, καθώς οι περισσότεροι είναι σε μεγάλη ηλικία και η σύνταξή τους κινδυνεύει. Μαζί τους καταρρέει και η αλυσίδα.