Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Δεκαετία του ΄50





  • Χωματόδρομοι...λασπουριά...αλάνες...παιδιά...αδέσποτα μαζί στις αλάνες.
    Σπίτια χαμηλά...συντηρημένα όπως-όπως.
    Μέσα στα σπίτια λιγοστά έπιπλα συνήθως από δεύτερο χέρι από το γιουσουρούμ.
    Ακόμα και το κρεβάτι στο ίδιο δωμάτιο....
    Οι άντρες κυκλοφορούσαν με κοστούμι γραβάτα και καπέλο...
    Ήταν μονάκριβη αυτή η στολή ...
    Το μουστάκι για το άντρα απαραίτητο αξεσουάρ....
    Τι έπιναν ;
    Ρετσίνα και κοκκινέλι...το μπουκάλι με το χύμα δεν έλειπε από το τραπέζι...
    το ούζο δεν ήταν διαδεδωμένο και φυσικά το ουϊσκυ.
    Το τελευταίο θα το έπιναν σε καμμιά επίσκεψη ονομαστικής εορτής
    σε καλό όπως έλεγαν σπίτι.
    Ήταν γνωστή η φράση...."μυρίζει κορέους (κοριούς)..."και το έπιναν
    κάνοντας γκριμάτσα.
    Τα καλά σπίτια είχαν υπηρέτριες...
    δύσκολη δουλειά αλλά εξασφάλιζαν ένα μισθό ...τροφή και στέγη...
    Η συμπεριφορά των αφεντικών τους δεν ήταν η καλύτερη...
    Περιφρόνηση...προσβολές...αλλά αυτές κάνουν υπομονή και είναι 
    προετοιμασμένες.
    Στην οικογένεια ο πατέρας και ο γυιός είναι τα αφεντικά ...
    το κορίτσι υποφέρει.
    Απαγορεύονται τα πάντα ...πρέπει να είναι...αμέμπτου ηθικής
    προκειμένου να παντρευτεί.
    Είναι και το θέμα της προίκας ...χωρίς αυτήν γαμπρός δύσκολα να βρεθεί.
    Άντε και παντρεύτηκε με λιγοστή προίκα πρέπει να κάνει πως δεν καταλαβαίνει
    θα της έχει πει η μάνα της αν τυχόν μάθει ότι ο άντρας της μπερμπαντεύει.
    Αν τον αγριέψει θα την παρατήσει και η συνέχεια θα είναι οδυνηρή.
    Πώς να γυρίσει στο πατρικό;
    Οι ηλικίες....
    Ηλικιωμένος ήταν ο 50ρης και υπέργηρος ο 60 ρης...
    Οι γυναίκες μπαίνοντας στα 30 ...ήταν γεροντοκόρες και δύσκολα
    μπορούσαν να βρούν γαμπρό εκτός αν είχαν καλή προίκα.
    Υπήρχαν γερόντοι που δεν γνώριζαν την πραγματική τους ηλικία...
    στην χάρτινη χειρόγραφη ταυτότητα που είχαν η χρονολογία γέννησης
    ήταν κατ΄εκτίμηση.
    Έτσι ακούγαμε από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες ότι πίσω από κάποιο
    εικόνισμα έγραφαν τις ημερομηνίες γέννησης των παιδιών τους...για σιγουριά.

Μετακατοχικά χρόνια






  • Τέλος και του εμφυλίου...Προσπαθεί η Αθήνα να μαζέψει τα κομμάτια της...
    Μαγαζιά ανοίγουν σιγά-σιγά και οι πρώτες ταμπέλες μπαίνουν δειλά δειλά για να
    τραβήξουν κόσμο.
    "Τρόφιμα εκλεκτά"..."το τέλειον"..."το άριστον"...
    Το ραδιόφωνο έχει βγεί από τις κρυψώνες και λειτουργεί κανονικά...
    Στην αυλή ακούγονται τραγούδια...το βράδυ μαζεύονται να ακούσουν
    αστυνομικές ιστορίες...θέατρο....
    Φτώχεια και των γονέων αλλά τουλάχιστον υπάρχει φαϊ στην κατσαρόλα και στο σχολείο οι σύμμαχοι έχουν στείλει γάλα σκόνη και τυρί για δεκατιανό.
    Οι δάσκαλοι είναι λίγοι και προσπαθούν να μάθουν γράμματα στα παιδιά...
    ενώνονται και τάξεις για ευκολία ενώ στο σπίτι η βοήθεια των γονέων ανύπαρκτη.
    Οι περισσότεροι περάσανε δύσκολα και το σχολείο άφησαν...
    Μικροί στην ηλικία με οικογένεια με παιδιά...
    Οι μανάδες είχαν και το ένα μπροστά στην ηλικία....17-18...
    Αδύνατα τα παιδιά...φόβοι για αρρώστειες...
    Φρέσκο γάλα από τον γαλατά με το γαϊδουράκι και την καρδάρα....παχύ με την πέτσα
    για βιταμίνες πολλές.
    Το απόγευμα ξεγυρισμένη φέτα ψωμί με λάδι ή με πελτέ....με θρεψίνη
    αλλά και ταχίνι από τον Μικρασιάτη παππού.
    Το μουρουνέλαιο...γιατρικό  αλλά ήθελε κουράγιο για να το πιείς.
    Παιχνίδια δυσεύρετα...τα αυτοσχέδια κυριαρχούσαν στην γειτονιά...
    Σπαθιά από ξύλο από καλάμι....άλογο..."το καβάλησες το καλάμι"έλεγαν για κάποιον
    που είχαν πάρει τα μυαλά του αέρα.
    Αργότερα το πλαστικό έλυσε το πρόβλημα....τα απορρυπαντικά είχαν μέσα δώρα
    για τα παιδιά ....στρατιωτάκια...αυτοκινητάκια.
    Τα μαγαζιά γίνονται περισσότερα και μεγαλύτερα...η ζωή αρχίζει
    να αλλάζει.

Αναφιώτικα: Πως δημιουργήθηκε μια από τις πιο παλιές και όμορφες γειτονιές της Αθήνας;


Μεταξύ της συνοικίας της Πλάκας και του ιερού βράχου της Ακρόπολης απλώνεται μια στενή λωρίδα γης που ποτέ δεν οικοδομήθηκε. Από την αρχαιότητα το κομμάτι αυτό της πόλης προστατευόταν από ένα παλιό χρησμό του Μαντείου των Δελφών που απαγόρευε αυστηρά στους αρχαίους Αθηναίους να κατοικήσουν την θέση αυτή. Παραδοσιακά και τους επόμενους αιώνες το μέρος παρέμενε ανέγγιχτο.

Τα πράγματα άλλαξαν κάπου στα μέσα της Οθωνικής περιόδου (1834-1862). Ας αφήσουμε όμως τον δημοσιογράφο Α. Φούφα («Θεατής» 1928) να μας τα περιγράψει καλύτερα: 

«Όταν το έθνος απετίναξε τον ζυγόν της δουλείας, εξεδηλώθη εις την πρωτεύουσαν ο πυρετός της ανοικοδομήσεως. Τα σπίτια άρχισαν να διαδέχωνται το ένα το άλλο, οι δρόμοι να επεκτείνωνται …
Βαθμηδόν και κατ’ ολίγον, αι ανάγκαι του πληθυσμού και η έλλειψις στέγης ώθησαν τους κατοίκους προς τα μέρη του Ιλισσού, το Τουρκοβούνι και το Λυκαβηττό και άρχισαν να ξεφυτρώνουν εκεί, χωρίς σχέδιο και χωρίς ρυθμό, μικρά σπιτάκια, εις τα οποία εγκαθίσταντο οι πτωχότεροι. Όπως και κατά τους αρχαίους χρόνους, έτσι και τότε, είχε απαγορευθή η οικοδόμησις εις τον χώρον εκείνον, τον οποίον το μαντείον των Δελφών είχε κηρύξει ιερόν.
Η απαγόρευσις αυτή είχε γίνει σεβαστή για κάμποσο καιρό. Έξαφνα όμως, ένα πρωί, οι Αθηναίοι είδαν ν’ ανακύπτουν δύο σπιτάκια από πίσω ακριβώς από τον Άη Νικόλα, εις τους πρόποδας της Ακροπόλεως. Το ένα σπιτάκι ήτο του Γεωργίου Δαμίγου το άλλο, του Μάρκου Σιγάλα. Και οι δύο τους κατήγοντο από την Ανάφη. Ο ένας ήτο ξυλουργός και ο άλλος κτίστης. Επειδή δε αι δύο αυταί τέχναι είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται για μια οικοδομή, οι δύο φιλαράκοι, πρακτικώτατα σκεπτόμενοι, συνεργάσθησαν προς εξοικονόμησιν στέγης, για τον εαυτό τους και την οικογένειά τους.



Το πραξικόπημα εγίνηκε ως εξής: Οι δύο Αναφιώτες ήρχισαν κατ’ αρχάς να μεταφέρουν διά νυκτός εις το μέρος της εκλογής των, πέτρες, ασβέστη και άλλη οικοδομήσιμη ύλη. Οι γείτονες, βλέποντες αυτά, απορούσαν και ρωτούσαν ο ένας τον άλλον τι να συμβαίνει άραγε. Μια μέρα, το ήμισυ της οικοδομησίμου ύλης έλειπε και στη θέσι της επρόβαλλε ένα μικρό σπιτάκι. Μετά δύο ημέρες, δεύτερο σπιτάκι ξεπρόβαλε μερικά βήματα πιο κάτω. Και τα δύο σπιτάκια ήσαν απαράλλακτα. Η ίδιες μικρές πόρτες, τα ίδια μικροσκοπικά παράθυρα, η ίδιες τοξοειδείς γωνίες, η ίδιες στέγες, ίσες και χωρίς κεραμίδια». Εκείνοι που τα οικοδόμησαν, είχαν την φιλοδοξία και τον εγωισμό να τους δώσουν την αρχιτεκτονική της πατρίδος των.

Οι γείτονες πια τα είχαν χάσει και με κάποιο δέος προσέβλεπαν τα, ως διά μαγείας, ανεγερθέντα σπιτάκια, πολλοί μάλιστα άρχισαν να συλλογίζωνται ότι ο Σατανάς ασφαλώς είχε μέσα την ουρά του. Γρήγορα όμως, οι φόβοι αυτοί επέπρωτο να διαλυθούν, γιατί ύστερα από μερικές ημέρες ενεφανίσθησαν οι ένοικοι, αι αβραμιαίαι, δηλαδή, οικογένειαι των δύο Αναφιωτών, του Δαμίγου και του Σιγάλα.
Αι αρχαί έλαβον γνώσιν του πράγματος και κατέφθασαν επί τόπου διά να ενεργήσουν “τα δέοντα”. Αλλ’ είτε διότι εσκέφθησαν ότι τα γινόμενα ουκ απογίγνονται, είτε διά λόγους φιλανθρωπίας, αφήκαν τα σπιτάκια στη θέσι τους και τους ενοίκους ησύχους.

Το κατόρθωμα όμως του Δαμίγου και του Σιγάλα έγινε ήδη γνωστόν μεταξύ των μη εχόντων πού την κεφαλήν κλίναι. Και επειδή ο άνθρωπος είναι ζώον μιμητικόν, από καιρού εις καιρόν ξεφύτρωνε εις τους πρόποδας της Ακροπόλεως και από ένα σπιτάκι.



λθε επί τέλους η ώρα να βαπτισθή ο συνοικισμός. Μερικοί κακεντρεχείς ονόμασαν το μέρος εκείνο Νυκτοχώρι, ειρωνευόμενοι το γεγονός τής διά νυκτός ανοικοδομήσεώς του. Οι ενδιαφερόμενοι, όμως, ιδίως ο Δαμίγος και ο Σιγάλας, οι οποίοι τρόπον τινά εθεωρούντο υπό των άλλων ως γενάρχαι, υπό πατριωτικού εγωισμού εμφορούμενοι, έβγαλαν τον συνοικισμόν “Αναφιώτικα”, αποτίοντες φόρον τιμής και ευγνωμοσύνης προς την γενέτειραν».
Αντιλαμβάνεσθε βέβαια αγαπητοί αναγνώστες ότι αυτή η καθ’ όλα άναρχη και αυθαίρετη δόμηση δημιούργησε ένα λιλιπούτιο οικισμό με κακοτράχαλα ανηφορικά και δαιδαλοειδή στενά μονοπάτια αφιλόξενα για τον περιηγητή, που μπορούσε εύκολα να χαθεί, και με μικρά χαμηλοτάβανα σπιτάκια «ατάκτως ειρημένα». Και όμως κάτι διαφορετικό και όμορφο είχε αυτός ο οικισμός: τ’ ασβεστωμένα σπιτάκια θύμιζαν το χιλιοτραγουδισμένο Αιγαίο και τ’ αγαπημένα νησάκια του. Και κάτι ακόμα: οι απλοί, λαϊκοί άνθρωποι του οικισμού, έτσι όπως ήταν αναγκασμένοι να ζουν κολλητά ο ένας με τον άλλο έδιναν από τότε την αίσθηση ενός περίεργου κοινοβίου!

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος) Από το www.paliaathina.com

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Χάρτινες οι Γαλλικές φρεγάτες Καμμένου-Τσίπρα !






Φρεγάτα μου πανέμορφη
Φρεγάτα μου πανώρια
Σε βλέπουν και ζηλεύουνε
Τα άλλα τα βαπόρια....
Ο Κώστας Χατζηχρήστος το απαγγέλει στην Ρίκα Διαλυνά.

Τα ζουρ φιξ







  • Παλιά η διασκέδαση στις γειτονιές της Αθήνας ήταν το ραδιόφωνο
    και οι συνάξεις που οι μορφωμένοι τις έλεγαν ζουρ φιξ για να δείχνουν
    το επίπεδό τους.
    Τώρα να έλεγες στους συναυλικούς ότι το Σάββατο θα σε δω στο ζουρ φιξ
    της Μαρίτσας θα σου έριχναν στην μούρη πατσά ακαθάριστη.
    Το έλεγαν όμως περιπεχτικά και γελούσανε...
    Όλοι στην γειτονιά είχαν την ημέρα τους για κουμάντο στις συνάξεις...
    Πέμπτη βράδυ στης Ελένης....Παρασκευή στης Γιαννούλας κ.λ.π.
    Συνήθως δυό τρείς φορές την εβδομάδα γινόντουσαν.
    Όταν σουρούπωνε την κατσαρόλα αναμάσχαλα σκεπασμένη με
    την καρρό πετσέτα φαγητού και γραμμή για ζουρ φιξ
    και άνευ προειδοποίησης..."...καλησπέρα ήρθαμε...είμαστε οι πρώτοι ;".
    Όλα τα φαγητά στην μέση και ρεφενέ η ρετσίνα.
    Οι συνάξεις ήταν συγκεκριμμένες και δεν άλλαζαν εκτός σοβαρού
    γεγονότος.
    Αν υπήρχε αδικαιολόγητη  απουσία ανησυχούσαν όλοι και φρόντιζαν
    να μάθουν τι συμβαίνει.
    Μεταξύ ρετσίνας και μεζέ άκουγες τα νέα της γειτονιάς και γενικότερα
    τα κουτσομπολιά.
    Συνηθισμένη κουβέντα ήταν για το ραδιόφωνο που άκουγε η νοικοκυρά
    το πρωϊ ...σήμερα θα τα λέγαμε σήριαλ.
    -Το έκαψε πάλι το φαϊ με την "μικρή πικρή μου αγάπη"...
    Χαμός τότε με αυτή την εκπομπή...
    Ο Αλέξης και η Βάνα και δώστου κλάμα και άρπαζε το φαϊ.
    Οι συνάξεις τις καθημερινές τελείωναν νωρίς γιατί το πρωϊ χτυπούσε
    το ξυπνητήρι για δουλειά για σχολείο.
    Αυτή του είδους η διασκέδαση έφερνε τους ανθρώπους περισσότερο
    κοντά.

Το κατοχικό χιούμορ περιεστράφηκε και στο ζήτημα της πείνας






  • Όταν δύο φίλοι αντάμωναν, 
    άκουε κανείς συχνά την εξής κουβέντα:
    -Καλημέρα. Πόσες;
    -Δεκαπέντε. Εσύ; 
    -Είκοσι.
    Επρόκειτο για τις οκάδες που έχασαν.


Το τρινάλ


Κι αναρωτιόμουνα μικρός γιατί μούτρωνε ο ταβερνιάρης όταν με έστελνε ο μπάρμπας μου να του πάρω κρασί.

-Πιάσε το μπουκάλι και τράβα μέχρι το Σπανό να σου το γεμίσει από το κοκκινέλι.
-Κύριε Σπανέ μου είπε θείος μου να…
-Πες του θείου σου ότι πολλά ξέρει.

Δεν είχε το όνομα. Μόνο τη χάρη.

Α, είχαμε κι ένα μπακάλικο στη πλατεία Τσιρακωπούλου στο Βύρωνα. Του Ψόφιου.
Τι ψόφιος; Ζωντανός ήταν ο άνθρωπος. Αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ με σιγουριά αν ήταν ζωντανοί κάτι πελάτες του που είχαν ψωνίσει ζάχαρη από το μαγαζί του.
 Ζάχαρη χύμα. Όπως ήταν όλα τα είδη τότε. Σε ανοιχτά τσουβαλάκια.
Μόνο που ένας πιτσιρικάς που έπαιζε όσο ψώνιζε η μάνα του πηγαινοέφερνε τη σέσουλα από τη ζάχαρη στο τρινάλ  και τούμπαλιν.